Αντώνης Καραμπάτσος

Διδάκτορ παιδαγωγικών επιστημών, πρώην εντεταλμένος καθηγητής διδακτικής.

Τα κάλαντα της Αράχοβας

Ιούν
28

Προσοχή: Όποιος λύσει το προβλημα θα έχει δώρο  βιβλία από το συγγραφεα.

  1. Στο καρυοβούνι στης Μάνης

 

Μια συντροφιά πέντε ανθρώπων, τρεις γυναίκες και δύο άντρες, μόλις είχαν γευματίσει σε ένα ωραίο παραλιακό ταβερνάκι με την επωνυμία  «καγκελάριος» στην παραλία της Κορώνης. Ο ένας από την παρέα έβγαλε ένα βιβλίο και τους έδειξε με αυτό τη Μάνη.

Να εκεί υπηρετούσε ο φίλος μου και συγγραφέας τούτου του βιβλίου έλεγε στη παρέα του: τη δικηγόρο γυναίκα του, ένα ζευγάρι φίλων τους και την οδοντίατρο επίσης φίλη τους.

Η συντροφιά αυτή θα ταξίδευε, αργά το απόγευμα για την αρχαία Μεσσήνη. Την εβδομάδα εκείνη , κάθε βράδυ, δίνονταν διαλέξεις με διαφορά θέματα και ένας από τους ομιλητές ήταν  ο συγγραφέας τούτου του  βίβλου.

Σας παρακάλεσα όλους σας να με  συνοδεύσετε γιατί ήθελα να δω και να ακούσω το φίλο μου από τα παλιά, τους είπε.

-Πότε τον γνώρισες και πώς; τον ρώτησε ο άντρας του ζευγαριού.

-Μια και έχουμε αρκετή ώρα μπροστά μας μέχρι να ξεκινήσουμε και επειδή είναι ωραία ιστορία, αν έχετε διάθεση, μπορώ να την διηγηθώ με λεπτομέρειες.

-Ωραία, είπε η οδοντίατρος ,εσύ για τα φυτά λες ενδιαφέροντα πράγματα, δεν θα πεις για τους ανθρώπους;

-Ας παραγγείλουμε λίγο ακόμη κρασί, πίνεται ευχάριστα με κουβέντα, συμπλήρωσε, πάλι, ο άντρας.

Σε ακούμε!

 

Το Καρυοβούνι είναι ένα μικρό χωριό του Ταΰγετου. Εκεί, διορίστηκε ένας νεαρός δάσκαλος, το 1975. Δεν ήταν Μανιάτης, όπως εγώ, αλλά  φίλος μου αγαπημένος ,που γνωριστήκαμε στα φοιτητικά χρόνια.

Είχα διοριστεί, πρόσφατα, γεωπόνος στην Αγροτική τράπεζα Κυπαρισσίας, που είμαι και τώρα, και όταν έμαθα για τον διορισμό του στα μέρη μου, κανονίσαμε να βρεθούμε την επόμενη μέρα, να τον δω και να του ευχηθώ, καλό ξεκίνημα!

Συναντηθήκαμε πολύ πρωί στον σιδηροδρομικό σταθμό της Καλαμάτας και περάσαμε όλες τις ώρες μαζί συζητώντας. Λίγο μετά το μεσημέρι, αφού του έκανα το τραπέζι στο εστιατόριο «Γαλλία», πήγαμε στο σταθμό των λεωφορείων περιμένοντας την αναχώρησή του.

-Εμείς φίλε, του είπα, οι γεωπόνοι , αν ρίξουμε σωστά το λίπασμα θα έχουμε απόδοση στις καλλιέργειες.

-Τι θέλεις να πεις;

-Σε σας τους εκπαιδευτικούς είναι πιο δύσκολο, πρέπει να το έχει η «κουτρα» του μαθητή για να μάθει γράμματα

– Μην το λες αυτό, φίλε μου, η κληρονομημένη μας ικανότητα, η «κούτρα» , που είπες είναι αρκετά σημαντικός παράγοντας, αλλά το σημαντικότερο είναι τι πιστεύουμε εμείς για τούτη τη «Κούτρα» που λες.

-Μα τι μου λες τώρα; Σημαντικότερο είναι τι πιστεύουμε εμείς για κάποιον ή πόσο του «κόβει»;

-Πώς ξέρεις, εσύ, πόσο του «κόβει» κάποιου;

-Μα, είναι απλό, αν μαθαίνει γράμματα, ξέρεις ότι, του κόβει,

-Αν δεν μαθαίνει;

-Σημαίνει το αντίθετο!

-Αυτό μπορεί να είναι μια καλή δικαιολογία για όλους εμάς που διδάσκουμε.

-Ποιους όλους;

-Όλους εμάς: τους γονείς τους δασκάλους , την κοινωνία όλη!

-Και γιατί είναι δικαιολογία;

-Γιατί συμβαίνει το αντίθετο!

-Δηλαδή;

-Του κόβει δεν του κόβει κάποιου ,αν εμείς πιστεύουμε ότι του κόβει, τότε μαθαίνει περισσότερο !

-Δηλαδή γίνεται εξυπνότερος επειδή το πιστεύουμε εμείς;

-Αυτό ακριβώς!

-Πως συμβαίνει αυτό;

-Είναι ένα μεγάλο και σύνθετο θέμα αυτό, θέλει ανάλυση, δεν έχουμε χρόνο.

-Δεν  θα ξεφύγεις έτσι, του είπα, τώρα με έβαλες σε σκέψεις!

-Θα τα πούμε μια άλλη φορά, μου είπε..

-Όχι , πες μου τώρα, ένα απλό παράδειγμα, να καταλάβω πως γίνεται; αυτό.

-Θα σου πω! Με σένα δεν ξεμπερδεύω, τέτοιες κουβέντες που άνοιξα!

-Καλά το κατάλαβες.

Άκου λοιπόν

-Λέγε, ακούω!

-Αν εκεί που πρωτοπηγαίνεις γεωπόνος διαδοθεί ότι είσαι ένας εξαιρετικός επιστήμονας της γεωπονικής, θα σε προσέχουν περισσότερο όσοι σε συμβουλεύονται;

-Βεβαίως!

-Αν την έχεις ακούσει και συ, αυτή τη φήμη την καλή που έχεις, δεν θα προσέχεις πιο πολύ να μην τους διαψεύσεις;

-Βεβαίως!

-Αν συμβαίνει το αντίθετο;

-Δεν θα έχω αυτοπεποίθηση και θα κοπιάζω να πείθω.

-Θα σου κοπούν τα φτερά, φίλε!

-Έχεις δίκιο!

-Για απάντησέ μου τώρα και σε αυτό. Δεν συμφέρει, λοιπόν, τους γεωργούς να σε παινέψουν και ας μην γνωρίζουν την αλήθεια;

-Δεν το καταλαβαίνω αυτό, ακριβώς.

-Να σου πω και τούτο και ίσως σε βοηθήσω.  Δεν συμφέρει και σένα να παινέψεις, τους γεωργούς, και ας γνωρίζεις ότι δεν  εμπιστεύονται τους γεωπόνους;

-Γιατί:

-Δεν θα σε νιώσουν φιλικό τους πρόσωπο και καλοπροαίρετο άνθρωπο;

-Ναι.

-Όλοι όσοι παινεύονται δεν θα νοιώσουν καλύτεροι και θα γίνουν πιο συνεργάσιμοι;

-Συμφωνώ, του είπα.

-Σκέψου τώρα, μου είπε, πόσο δυνατό γίνεται αυτό , αν τα παινέματα που λέμε τα πιστεύαμε κιόλας!

-Γιατί δεν τα πιστεύουμε τα παινέματα που λέμε;

-Δεν τα πιστεύουμε τις περισσότερες φορές, γιατί είμαστε ανόητοι και εγωιστές και νομίζουμε ότι ξέρουμε τι χαρίσματα έχει κάθε άνθρωπος και πόσο ακριβώς έξυπνος είναι!

-Φίλε μου με εκπλήσσουν αυτά, αλλά τα ακούω ευχάριστα!

-Άκου τώρα, που μου άνοιξες την όρεξη, να σου πω τι έλεγε ο Σωκράτης μας.

-Ξέρεις, του είπα, ότι το Κώνειο, που ήπιε το λέμε στη Μάνη,  αμάραγγο.

-Ήταν και λίγο φιλολάκωνας και πρέπει να τον αγαπάς μου είπε, χαμογελώντας.

-Τον Σωκράτη και κείνους όλους, όταν τους πιάνουμε στο στόμα μας πρέπει να σηκωνόμαστε όρθιοι! Δεν συμφωνείς, δάσκαλε;

-Μπράβο, βρε γεωπόνε, χαίρομαι που το λες!

-Τι είπε, ο Σωκράτης, είναι σχετικό με την κουβέντα μας;

-Θα σου πω τον σύντομο διάλογο που είχε σε μια συγκέντρωση με γονείς και παιδαγωγούς και κρίνε συ:

-Οι γονείς και οι παιδαγωγοί τον ρώτησαν: Τι κυρίως μας συμβουλεύεις, Σωκράτη, να κάνουμε για τα παιδιά μας;

-Σωκράτης: « Προπαντός να επαινείτε τα ανύπαρκτα προτερήματα τους»

-Γονείς και παιδαγωγοί: Γιατί έπαινο, Σωκράτη, για κάτι που δεν έχουν;

-Σωκράτης: «Γιατί ελπίζουμε ότι όταν το πιστέψουν ίσως το αποκτήσουν»

 

Θυμάσαι, καλέ μου φίλε, μου είπε, το γέροντα στο αρχονταρίκι της μονής Σιμωνόπετρας του Αγίου όρους, που είχαμε πάει, κείνο το καλοκαίρι, τί μας έλεγε για τον Αριστοτέλη, όταν του είπαμε ότι σπουδάζουμε;

 

-Τι μου θύμησες τώρα, βρε  φίλε και βέβαια θυμάμαι! Σαν να τον βλέπω αυτή τη στιγμή. Σήκωσε το δάκτυλο, έδειξε κατά τα Στάγειρα, και είπε: Ο γείτονας μου ο Αριστοτέλης  πίστευε  ότι: «είναι στη φύση του ανθρώπου να του αρέσει να μαθαίνει» και συμπλήρωσε, « πρέπει να νοιώθει τυχερός όποιος σπουδάζει».

-Αν είναι σωστό αυτό, φίλε, τότε τι φταίει που πολλοί μαθητές δεν θέλουν να μαθαίνουν;

-Εσύ τι λες;

-Κάπου το έμαθαν να μη θέλουν να μαθαίνουν!

-Μαθαίνονται αυτά;

-Όλα μαθαίνονται!

-Όλα;

-Όλα, εκτός του να πείσεις έστω και ένα  Μανιάτη ότι πολέμησαν και άλλοι εκτός από αυτούς, για την ελευθερία της Ελλάδας!

-Δεν μπορείς  χωρίς να με πειράξεις;

-Τα πειράγματα είναι το πιο ευαίσθητο θερμόμετρο που μετριέται η φιλία, φίλε μου!

-«Αχ τι όμορφο αυτό», ψιθύρισε, για να μη διακόψει την διήγηση του γεωπόνου η Μαργαρίτα η οδοντίατρος.

Εκείνη τη στιγμή διακόπηκε η συζήτησή που είχα ανοίξει με το φίλο μου δάσκαλο, γιατί    από τα μεγάφωνα του σταθμού ανακοινώθηκε ότι: «οι επιβάτες από τον σταθμό Καλαμάτας με προορισμό  Στούπα- Καστανιά- Σαϊδόνα, παρακαλώ να επιβιβαστούν στο λεωφορείο  σε πέντε λεπτά.

-Μας διέκοψαν την ωραία κουβέντα, φίλε, του είπα.

-Διάλειμμα θα κάνουμε, φίλε μου, ποτέ δεν θα σταματήσουμε εμείς τις ωραίες κουβέντες!

-Το εύχομαι!

-Η ευχή είναι προφητεία και οι προφητείες πραγματοποιούνται!!

-Μη μου πεις τώρα, ρε δάσκαλε, ότι πιστεύεις στους προφήτες και τις προφητείες, του είπα, με απορία!!!

-Τις προφητείες πιστεύω, όχι, τους προφήτες, βρε γεωπόνε!

-Και ποια η διαφορά!

-Οι προφητείες έχουν στοχασμό, ευχή και ευφυΐα.

-Και οι προφήτες τι, δεν είναι το ίδιο:

-Όχι! Κανένας ευφυής και στοχαστής δεν λέει ότι είναι προφήτης!

-Και τόσοι που λένε οι άνθρωποι ότι υπήρξαν ή υπάρχουν:

-Οι άνθρωποι τους λένε προφήτες, οι ίδιοι ξέρουν ότι δεν είναι προφήτες.

-Τι μυστήρια πράγματα μου λες τώρα, λίγο πριν φύγει το λεωφορείο και δεν έχουμε και χρόνο να τα κουβεντιάσουμε;

-Κοίτα, φίλε, για να τελειώνουμε και να σε αποχαιρετήσω, μου είπε και μου έδειξε με το χέρι του μπροστά μας τον Ταΰγετο.

-Τι μου δείχνεις ρώτησα;

-Το βλέπεις το μοναστήρι της Βελανιδιάς, εκεί ψηλά στον Ταΰγετο που σου δείχνω;.

-Το βλέπω είπα!

-Εκεί ήταν καλόγηρος ο Παπαφλέσσας.

-Το ξέρω και τι με αυτό;

-Σε ρωτώ, γεωπόνε, ήταν προφήτης ο Παπαφλέσσας;

-Όχι, βέβαια, του απάντησα!

-Συμφωνώ και εγώ! Άκου όμως μια προφητεία που είπε, όταν μάλωσε με τους τούρκους κι αναγκάστηκε να φύγει από το μοναστήρι για να σωθεί:

-Τι τους είπε;

– «Τώρα φεύγω», τους φώναξε,  «αλλά να ξέρετε ότι θα γυρίσω πίσω ή δεσπότης ή πασάς»!

-Και που είναι η προφητεία;

-Πως δεν είναι. Γύρισε  πίσω μετά από λίγα χρόνια  όχι μόνο δεσπότης ή πασάς, άλλα υπουργός του έθνους!

-Είναι αλήθεια!

-Δεν είναι αυτό προφητεία, που είπε ο Παπαφλέσσας, καλέ μου φίλε;

-Είναι, κατά κάποιο τρόπο,  του είπα!

-Όχι κατά κάποιο τρόπο, είναι προφητεία, όπως όλες οι προφητείες και πραγματοποιούνται – όσες πραγματοποιούνται – επειδή τις πιστεύουν οι άνθρωποι και όχι επειδή τις λένε  οι προφήτες!.

-Και ο Παπαφλέσσας πίστεψε στην προφητεία του;

-Ευχή ήταν, που είναι το ίδιο με την προφητεία, αρκεί να τις πιστέψει κάποιος.

-Επειδή ,απλά, τις πιστεύουν οι άνθρωποι πραγματοποιούνται οι προφητείες, ρώτησα;

-Βέβαια! Αν τις προφητείες των προφητών δεν τις ακούσουν οι άνθρωποι ή δεν τις πιστέψουν δεν θα επαληθευτούν ποτέ!

-Γιατί;

-Γιατί καμιά προφητεία δεν είναι αληθινή!

-Τότε πως επαληθεύονται;

-Γιατί τις πιστεύουν σαν αληθινές οι άνθρωποι!

-Αυτό που είπε και ο Σωκράτης, δηλαδή, του είπα.

-Ακριβώς, μόνο που τώρα αυτό λέγεται αυτό-εκπληρωμένη προφητεία.

-Δηλαδή;

-Δηλαδή, αν βρεις μια καλή αφορμή και παινέψεις έναν άνθρωπο –πόσο περισσότερο ένα παιδί- τότε θα πιστέψει ότι είναι σπουδαίος και θα προσπαθήσει να γίνει σπουδαίος.

Από τα μεγάφωνα μας ξανακάλεσαν να επιβιβαστούμε.

 

– Να μου γράψεις, φίλε, του είπα, εντυπώσεις και νέα σου.

-Όρεξη να έχεις να διαβάζεις!

Στο καλό φίλε μου!

Αντίο φίλε.

 

Το τήρησε. Τόμο φτιάχνω με τα γράμματα που μου έγραψε!

Αφού ξεκίνησε το λεωφορεία της γραμμής, μετά από διαδρομή δυόμιση ωρών τον αποβίβασε σε ένα σταυροδρόμι της Σαϊδόνας-προς τη Δρυόπη και συνέχισε πεζοπορία, άλλη μια ώρα για να φτάσει, τελικά, στο χωριό το Καρυοβούνι ή Αράχοβα.

Ήταν ωραία και ζεστή μέρα του Σεπτέμβρη και έλαμπαν όλα από ευτυχία μέσα του. Είχε μια καλή δουλειά και θα ήταν και ο διευθυντής του σχολείου, του εαυτού του διευθυντής, αλλά διευθυντής, έτσι μου έγραφε.

Σε άλλο γράμμα του μου έγραψε: «Πηγαίνοντας για το Καρυοβούνι πέρασα μέσα από το πολύ μικρό χωριό Δρυόπη, φίλε μου γεωπόνε και ακούω μέσα από μια αυλή, κρυμμένη από ψηλή μάντρα με εξώπορτα, ένα τραγούδι, όλο παράπονο, ένα παλιό κλέφτικο   Πλησίασα την μάντρα και σηκώθηκα ψηλά στα δάκτυλα των ποδιών και κοίταξα μέσα. Κάτω από τον ίσκιο μιας μουριάς καθόταν και τραγουδούσε ένας γέροντας, αδύνατος, ξεσκούφωτος, ξερακιανός με ένα βρεγμένο παξιμάδι μπροστά του και ένα ποτήρι κρασί. Όλη η Μάνη σε μια εικόνα, σε ένα τραγούδι, φίλε!! Το τραγούδι έλεγε «τι έχουν  της Μάνης τα βουνά…» Έμεινα αποσβολωμένος και το άκουσα όλο χωρίς να με βλέπει.

Όταν πήγα να φύγω. με «πήρε το μάτι του» και ξαφνιασμένος φώναξε

Ε! παλικάρι στάσου, εδώ στα μέρη μας, δεν περνά στρατολάτης χωρίς να πάρει ένα ποτήρι νερό, γύρνα πίσω.

Γύρισα ζήτησα συγγνώμη και του συστήθηκα Ο παπάς δίνει συγχώρεση εγώ κερνώ κρασί θα πιεις;

Ήπια.

Με ρώτησε πώς λέγομαι και από πού είμαι. Κοίταξε τον ήλιο που έγερνε και μου είπε: πήγαινε πριν νυχτώσει και όταν περνάς από δω, φώναξε με, θα σου τραγουδήσω κι άλλα τραγούδια τέτοια.

Θα έρθω και θα τα γράψω όλα όπως τα λες, του είπα.

-Δεν τα αγαπούν όσο πρέπει οι Έλληνες τούτα τα τραγούδια,

σήμερα. είπε!

Μην ανησυχείς, παππού, όταν οι Έλληνες συνέρθουν θα τα αγαπήσουν, Τώρα ντρέπονται για όλα τα παλιά και τα παλιότερα. Δεν είναι τα μόνα που ξεχνούν.

Κούνησε το κεφάλι του ο παππούς.

Χαιρέτησα και έφυγα χωρίς να πω και άλλα. Δεν ήθελα να χαλάσω το καλύτερο καλωσόρισμα που μου έκανε η πατρίδα σου. Δεν γνώριζα, άλλωστε αν είχα χρόνο, ο ήλιος σε μια ώρα θα βασίλευε! Πρώτη φορά στη Μάνη, πρώτη φορά σε άγνωστο και ορεινό μέρος, βιαζόμουν!!

Σε όλο το δρόμο αναμόχλευα την ιστορία στο μυαλό μου να βρω τις ρίζες τούτου του τραγουδιού».

Είχε περιπετειώδες ταξίδι βλέπω ο δάσκαλος είπε κάποιος της παρέας.

Περιπετειώδες δεν λες τίποτα είπε ο Γεωπόνος με μειδίαμα, άκου την συνέχεια.

Όταν έφτασε, τελικά, στο Καρυοβούνι, στην μικρή πλατεία του χωριού, δεν υπήρχε ψυχή και τα δύο μικρά μαγαζάκια ήταν κλειστά.

Μια γιαγιά, ο μοναδικός κάτοικος του χωριού εκείνη την ώρα, είδε από μακριά ξένο στο χωριό και αμέσως τον πλησίασε αργά και τον ρώτησε.

-Ποιος είσαι εσύ, παιδάκι μου;

-Κυρία, είμαι ο νέος δάσκαλος του χωριού, της απάντησε.

-Όταν άκουσε  η γιαγιά ποιος της μιλούσε και πως την αποκάλεσε άφησε στην άκρη το καλάμι στήριγμά της, έφτιαξε το μαντίλι της και με τις παλάμες της έκανε σαν να ένιβε το πρόσωπο της

-Καλωσόρισες ,γιέ μου!

-Ευχαριστώ, κυρία, καλώς σας βρήκα!

-Η Λιάκαινα είμαι, γιαγιά να με  λες, έχω εγγόνια στα χρόνια σου!

-Της είπε το όνομα του.

-Μας βρήκες στην χειρότερη ώρα, όλοι είναι στα δουλειές, θα γυρίσουν σαν σουρουπώσει.

-Μη στενοχωριέσαι, θα περιμένω!

-Άκου στενοχωριέμαι !Δωσ’ μου μάτια να βλέπω μορφωμένους ανθρώπους, του είπε!

-Σε ευχαριστώ, της είπε κοκκινίζοντας. όλοι οι άνθρωποι είναι αξιαγάπητοι1

Δεν αντιλέγω γιέ μου αλλά να ,πώς να το πω, μοσχοβολάνε οι λέξεις τους σαν τους ακούω!

Τούτες οι κουβέντες τον μάγεψαν, χρόνια μετά, όταν με αγωνία οι γονείς κάθε φορά τον ρωτούσαν: «τι να κάνουμε για να μάθουν γράμματα  και να μορφωθούν τα παιδιά μας» τους έλεγε:

-Να κάνετε ότι έκανε και η γριά Μανιάτισσα

-Δηλαδή;

-Να κοιτάτε κατά κει που θέλετε να πάνε τα παιδιά σας και θα πάνε εκείνα .

Τίποτε άλλο, τα άλλα έρχονται μόνα τους και τους έλεγε την ιστορία.

 

-Κάποτε, κυρ δάσκαλε, είπε η γιαγιά, μας είπαν να μας κάνουνε εργοστάσιο ξυλείας εδώ στην περιοχή για να δουλεύει ο κόσμος.

-Τι θα έφτιαχνε το εργοστάσιο, την ρώτησε;

-Θα έφτιαχνε ξύλα ακατέργαστα, απελέκητα που λέμε εμείς, από τα έλατα

Εσείς είπαμε όχι, φαντάζομαι!

-Σχολεία να μας φτιάξετε, είπαμε και γέμισε, παιδάκι μου,  η Μάνη την Ελλάδα με  γιατρούς, δικαστικούς, στρατηγούς και δικηγόρους.

-Μπράβο σας γιαγιά!

-Εμ τι;  «ξύλα απελέκητα είμαστε εμείς χωρίς τα γράμματα» θέλαμε κι άλλα;

-Ο Δάσκαλος γέλασε με το υπονοούμενο της γιαγιάς.

-Αυτή είναι η αλήθεια γιέ μου, τα γράμματα φτιάχνουν ανθρώπους.

-Εδώ στη Μάνη έχετε μου είπατε, πολλούς γιατρούς, δικαστικούς, στρατηγούς και δικηγόρους. Δάσκαλος δεν σπούδασε κανείς;

-Αχ μωρέ δάσκαλε, δεν με αφήνεις  να «απαγκιάσω»!

-Γιατί, τι κακό είπα;

-Δεν είπα για δασκάλους για να μην πεις ότι παινεύομαι μπροστά σου.

-Ώστε έχετε και δασκάλους.

-Δασκάλους να δουν τα μάτια σου, στα πανεπιστήμια και στα σχολεία!

-Εσένα τα παιδιά σου γιαγιά είναι μορφωμένα;

-Αχ, αχ  δάσκαλε, εσύ ένοιωσες τον πόνο μου για τα γράμματα  και με «κεντάς»!

Γέλασε ο δάσκαλος και η γιαγιά συνέχισε.

-Δεν ξέρω αν είναι μορφωμένα, άλλοι ας το πουν αυτό, γραμματισμένα όμως είναι!

-Το ίδιο είναι γιαγιά, τι μορφωμένα, τι, γραμματισμένα είπε, για να δει πως τα ξεχωρίζει αυτά η γιαγιά !

-Όχι γιε μου υπάρχουν γραμματισμένοι που νοιάζονται μόνο πώς να κερδίσουν από τα γράμματα που έμαθαν και όχι πώς να βοηθήσουν τους ανθρώπους, ή δεν συμφωνείς;

Συμφωνώ, γιαγιά, της είπε!

-Ε,  αφού συμφωνείς, για λέγε του λόγου σου τι είναι αυτό που κάνει τους γραμματισμένους να μην είναι όλοι τους και μορφωμένοι.

Αυτό που είπες και εσύ γιαγιά! Η συμπεριφορά με αγάπη! Μορφωμένος δεν γίνεται κανείς!

-Τι είναι αυτό δάσκαλε που λες, τι εννοείς!

-Μορφωμένος γιαγιά δεν είναι κάποιος που έγινε μορφωμένος και πάει τέλειωσε. Μορφωμένος είναι κάποιος μόνο όσο δεν σταματά να μαθαίνει, και να ενδιαφέρεται για το καλό και των άλλων ανθρώπων!

-Εσύ, δηλαδή, τώρα, γιε μου, σαν να λες ότι και εμείς εδώ οι άνθρωποι του χωριού που βοηθάμε με το στέρημά μας να μάθουν γράμματα τα παιδιά μας είμαστε μορφωμένοι;

-Βέβαια γιαγιά.

-Τότε το χωριό μας έχει πολλούς μορφωμένους ανθρώπους .Ελπίζουμε να είναι και τα παιδιά μας που έμαθαν γράμματα, είπε και γέλασε.

-Το πιστεύω  ,της είπε……

 

-Βασίλεψε ο ήλιος, και σε λίγο θα έρθουν οι άνθρωποι.  είπε η γιαγιά, αλλάζοντας κουβέντα. Μέχρι τότε τι να κάνω για σένα

-Ευχαριστώ, τίποτα, είπε, μόνο θα ήθελα να δω που είναι το σχολείο.

-Να, του έδειξε, εκεί πέρα είναι! Πήγαινε να το δεις και σαν γυρίσεις θα φέρω κάτι να σε φιλέψω, δεν πιστεύω να είσαι ακατάδεκτος;

-Όχι-όχι, είπε, γελώντας, κάνετε όπως θέλετε.

Πήγε στο σχολείο το περιεργάστηκε βιαστικά, δεν είχε κλειδιά για να μπει μέσα. Ήταν ένα τυπικό συμπαθητικό κτήριο με αρχιτεκτονική ,λιτότητα  και ευρύχωρο προαύλιο, όπως όλα τα σχολεία της ελληνικής επαρχίας, που βοήθησαν οι κάτοικοι με προσωπική εργασία και οικονομική συνεισφορά να κτιστούν.

Σαν επέστρεψε, από την επίσκεψη του στο σχολείο πάλι στην πλατεία, τον περίμενε η ευγενική γιαγιά και του πρότεινε να καθίσουν στην  πέτρινη βρύση που ήταν εκεί δίπλα.

Καθίσανε στη βρύση και άρχισε, η γιαγιά, να σπάει με μια πέτρα καρύδια, που είχε φέρει από το σπίτι της, ενώ ο δάσκαλος έπινε δροσερό νερό από το λιμπί της  βρύσης της πέτρινης που ήταν περίτεχνη και έτρεχε πηγαίο νερό.

-Τώρα θα περιμένεις να σου πω περισσότερα για το χωριό μας, είπε, και άρχισε χωρίς να περιμένει απάντηση, αφού την διάβαζε, η έξυπνη Μανιάτισσα, στην καλή του διάθεση και του το είπε.

-Το βλέπω στα μάτια σου πως περιμένουν!

(βέβαια, τα αυτιά του περίμεναν, αλλά βλέπετε οι άνθρωποι ποτέ δεν  προσέχουν τους σιωπηλούς που αφουγκράζονται, παρά μόνο  αυτούς που κάνουν θόρυβο ακούν.)

-Δεν πιστεύω να σε κουράζω με τις ιστορίες;.

-Όχι-όχι, είπε γρήγορα και κοφτά, δεν με κουράζεις καθόλου.

Της μίλησε στον ενικό γιατί αυτό, νόμιζε, τον έκανε πιο φιλικό μαζί της.

 

-Το χωριό μας, στις είκοσι Αυγούστου, έχει γιορτή και πανηγύρι. Το καλύτερο της μέσα Μάνης, μη σου πω κι όλης της Μάνης!

-Αλήθεια;

-Κόσμο να δεις και χορούς στην Αράχοβα!

-Στο Καρυοβούνι, θέλεις να πεις;

-Το χωριό μας έχει δυο ονόματα, το λένε Αράχοβα, αλλά στα χαρτιά Καρυοβούνι. Εσύ θα το ξέρεις από τα χαρτιά.

-….Ναι!

-Αλλάξαμε το όνομα για να έχουμε ήσυχο το κεφάλι μας. Σε ρωτάει, ο άλλος, τι πάει να πει, Αράχοβα και λες εσύ, δεν ξέρω και σωστά ,αφού τέτοια λέξη οι παλιοί Έλληνες δεν είχαν. Σου λέει όμως, τι πάει να πει Καρυοβούνι και λύνεται η γλώσσα σου.

-Έτσι έ; Της είπε και γέλασε.

-Δεν ξέρω αν τα λέω και σωστά, αγράμματη είμαι, μη με παρεξηγείς.

-Δεν σε παρεξηγώ, σωστά τα λες, έχουν κρυφές αλήθειες  και τα δύο;

-Τούτο το χωριό, που  βλέπεις, συνέχισε η γιαγιά, δεν το διαλέγει άνθρωπος, παρά μόνο αν θέλει τη λευτεριά, που του δίνουν τούτα τα βουνά. Εσύ θα ξέρεις σαν γραμματισμένος, ότι ο Κολοκοτρώνης διάλεγε το διπλανό  μας χωριό, τη Μηλέα, να μένει η οικογένειά του, όταν «έσφιγγαν» τα πράγματα. Και στο δικό μας θα ερχόταν, δεν είναι και τόσα αλάργα, μακριά θέλω να πω.

-Οπωσδήποτε!

-Εδώ όπως βλέπεις είναι, γύρο – γύρο,  βουνά. Συγκοινωνία δεν έχουμε, ούτε ηλεκτρικό φως. Είμαστε μακριά από τον κόσμο. Όμως να μη λέω και ψέματα έχουμε ένα τηλέφωνο στην κοινότητα . Ακόμα και σήμερα δεν έχουμε συγκοινωνία αλλά παλαιοτέρα, δεν υπήρχε  καν δρόμος για να βγούμε στον έξω κόσμο, παρά μόνο στενά μονοπάτια.

 

-Όταν δεν υπάρχει συγκοινωνία είναι όλα δύσκολα και οι γιατροί μακριά, της είπε

-Πού γιατροί; Που γιατρικά εδώ ,δάσκαλε!

Ο δάσκαλος, συμφωνούσε κουνώντας το κεφάλι του

-Οι άνθρωποι στραβώνονταν,  κουφαίνονταν, έχαναν τη λαλιά τους και τη ζωή τους χωρίς να ξέρουν το γιατί. Όλα τα έριχναν στα κακά δαιμονικά, στις νεράιδες και στα φαντάσματα. Είχαμε γεμίσει εμείς και όλη η Μάνη με νεράιδες! Μια ,λένε, την παντρεύτηκε ο Μαυρομιχάλης και έκανε λεβεντογενιά.

-Μπα, τη διέκοψε, κάπου θα την έκλεψε και ντρεπόταν να το πει. Έτσι θα έφτιαξε τούτη την ιστορία σαν δικαιολογία.

-Ξέρω και εγώ, παιδάκι μου, τί είναι ,από όλα τούτα αλήθεια και τί ψέμα;  Έκανε λίγη σιωπή και συνέχισε.

-Εδώ σηκώνεται η τρίχα σου, σαν λένε τέτοιες ιστορίες και τρέμουν από φόβο μεγάλοι και μικροί!

-Υπάρχουν τέτοιες ιστορίες ,εδώ στο χωριό, για νεράιδες; την ρώτησε  με έξαψη και απορία.

-Χιλιάδες, που λέει η κουβέντα, αλλά παίρνει κανείς όρκο ότι είναι αληθινές;

-Δίκιο έχεις!

-Να, του είπε, η γιαγιά, για να τελειώνει με τούτη την ιστορία με τα φαντάσματα, δεν πάνε πολλά χρόνια, μια παραμονή Χριστουγέννων, τρία παιδιά έλεγαν  τα κάλαντα, ο Τζανής, ο Νίκων και ο Πέτρος.

-Είχαν, βλέπω, και οι τρεις ιστορικά  ονόματα της Μάνης. της είπε

-Το συνηθίζουμε εμείς.

-Λοιπόν;

-Ξεκίνησαν, που λες, νύχτα βαθιά ,όπως συνηθίζεται εδώ, να λένε τα κάλαντα. Άρχισαν από το σπίτι του Ζαγάκου, ή του Μελιγκάκου, άλλοι λένε από του  Γιατράκου ή Ριζάκου, δεν θυμάμαι και καλά,.

-Πόσα σπίτια έχει το χωριό;

-Το χωριό μας έχει όλα –όλα  27  σπίτια.

-Να μην τα πολυλογώ,, όταν πέρναγαν δίπλα από τους παλιούς μύλους, άκουσαν μια βουή δυνατή και φωνές γυναικείες να έρχονται  από τους παλιούς μύλους. Τα παιδιά φοβήθηκαν και άρχισαν να τρέχουν, γιατί έλεγαν ότι εκεί οι νεραΐδες σκότωσαν το μυλωνά μια νύχτα και από τότε οι μύλοι ερήμωσαν και γέμισαν με  στοιχειά.

Η γιαγιά κατάλαβε ότι ο δάσκαλος άρχισε να αλαφιάζεται και φρόντισε γρήγορα-γρήγορα να κλείσει τούτη την ιστορία!

Καθώς έτρεχαν, συνέχισε, τους έπεσαν τα χρήματα. Σκόρπισαν και χάθηκαν.

Βούιξε το πρωί, το χωριό. Καθένας, το εξηγούσε όπως ήθελε. Δεν ήξεραν τι έλεγαν. Ο ένας έλεγε το μακρύ του και ο άλλος το κοντό του.

-Να ! αυτά λένε!

-Τελικά τί ήταν την ρώτησε;

-Εγώ λέω αέρας θα ήταν και μακρινά γαυγίσματα σκυλιών, εσύ τι λες, δάσκαλε ;

-Δεν της απάντησε της γιαγιάς, αλλά ευχόταν μέσα του να ήταν αέρας!!!

-Τα έχασαν όλα τα χρήματα έ, ρώτησε τη γιαγιά, αμήχανα, ο δάσκαλος!

-Τα έχασαν όλα ,παιδάκι μου.

-Τα έχασαν όλα επανέλαβε η γιαγιά, αλλά άκου να δεις τι έκαναν τούτα τα σχολιαρούδια.

-Τί έκαναν;  Ρώτησε τη γιαγιά όλο περιέργεια.

-Τούτη είναι άλλη ιστορία αλλά, αφού με ρωτάς και καλά κάνεις, τι  μουγγοί θα καθόμαστε!

– Όχι ,γιαγιά, είπε, σε ακούω!

– Στα τρία αυτά παιδιά την άλλη μέρα, οι γονείς τους, για να τα παρηγορήσουν τους έδωσαν μερικά αυγά και εκείνα πήγαν να τα πουλήσουν στο μαγαζάκι και να πάρουν καμιά δραχμή, αφού είχαν χάσει την νύχτα τα λεφτά τους από τα κάλαντα.

Α! μπράβο στους γονείς που σκέφτηκαν έτσι ,της είπε ο δάσκαλος.

-Μπράβο είπαμε όλοι, γατί το κάθε αυγό πουλιόταν τότες μια δραχμή και οι δραχμές είχαν αξία τότες!

Του άρεσε το τελικό σίγμα στα «τότες» της γιαγιάς ,αλλά δεν είπε τίποτα.

-Λοιπόν, για συνέχισε, γιαγιά, τη ρώτησε. Πόσα αυγά είχε το κάθε παιδί;

Θα συνεχίσω του είπε, αλλά πρόσεχε και συ λίγο μην τα μπερδέψω και δεν τα πω σωστά.

Τα παιδιά συναντηθήκαν αργά το απόγευμα και μέτραγαν τα αυγά  που τους έδωσαν. Ο Πέτρος και ο Τζανής είχαν λίγα τα περισσότερα τα είχε ο Νίκων.

Σαν είδε  ο Νικων πόσα λίγα αυγά είχαν οι φίλοι του, τους είπε: Ακούστε παιδιά, είμαστε φίλοι και οι φίλοι οι καλοί στην ανάγκη φαίνονται.

Αν τα αυγά, που  μου έδωσαν εμένα οι γονείς μου, φτάνουν θα σας διπλασιάσω αυτά που έχετε τώρα!

Πράγματι τα αυγά  του έφτασαν και διπλασίασε τα αυγά των φίλων του και του περίσσεψαν, όμως, ελάχιστα.

Αυτό δεν το δέχομαι, είπε ο Πέτρος όταν είδε πόσα λίγα αυγά έμειναν στον  Νίκων. Τώρα νομίζω ότι και τα δικά μου αυγά φτάνουν να σας διπλασιάσω κι εγώ αυτά που έχετε, είπε  ο Πέτρος.

Πράγματι έφτασαν τα αυγά  του Πέτρου και διπλασίασε τα αυγά των φίλων του και του περίσσεψαν μερικά.

Αυτό που κάνατε είναι υπέροχο δείγμα φιλίας, είπε ο Τζανής, αλλά θα κάνω κι εγώ το ίδιο. Αν τα αυγά  μου τώρα φτάνουν θα σας διπλασιάσω κι εγώ αυτά που έχετε.

Πράγματι τα αυγά του έφτασαν και διπλασίασε τα αυγά των φίλων του και μάλιστα, όλοι οι φίλοι, ο Νίκων, ο Πέτρος και ο Τζανής είχαν τώρα όλοι, ίση ποσότητα από αυγά.

-Δεν είναι αυτό θάμα δάσκαλε ή δεν πιστεύεις στα θάματα, είπε, η γιαγιά!

Έπρεπε να απαντήσει, ευθέως, σε αυτή την ερώτηση, γιατί η γιαγιά, ίσως ρώτησε σκόπιμα!

-Όλος ο κόσμος πιστεύει, στα θαύματα της είπε!

-Ποιος γνωρίζει  όλο τον κόσμο, παιδάκι μου, εγώ γέρασα και σήμερα μόλις, γνώρισα εσένα!.

Κατάλαβε, ο δάσκαλος, ότι έχει να κάνει με μια τετραπέρατη γιαγιά και δεν χωρούσαν εδώ διφορούμενες κουβέντες και εξυπνακίστικες υπεκφυγές. Έπρεπε να απαντήσει ευθέως αν πιστεύει η όχι στα θαυματα.

-Εγώ, γιαγιά, πιστεύω και στα θαύματα και στα φαντάσματα, της είπε μισογελώντας, για να βγει από τα δύσκολα!

Δεν φάνηκε να ικανοποιήθηκε απόλυτα με την απάντηση του, γιατί μουρμούρισε με νόημα η γιαγιά!

-Αχ τα γράμματα, τα γράμματα!

«Πως ακονίζουν τα μυαλά  και μας γλιστρά σαν χέλι.

Χαμογελά και λέει πολλά και κρύβει ό,τι θέλει!»

 

Βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση με την ερώτηση της γιαγιάς. Πόσο περισσότερο μπορεί να μιλήσει κανείς με σαφήνεια και ειλικρίνεια, για τέτοια θέματα και ταυτόχρονα να δείχνει ευγένεια, σε ανθρώπους, που σέβεσαι και αγαπά και δεν θέλει ούτε να εκτεθεί, αλλά ούτε και να τους αμφισβητήσει ό,τι όμορφο πιστεύουν, λέγοντας τους ότι «δεν ξέρω αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν θαύματα και φαντάσματα. Μπορεί και να υπάρχουν, όπως λένε πολλοί αφελείς! Μπορεί και να μην υπάρχουν, όπως ισχυρίζονται οι ανόητοι». Της απάντησε αυτό που υπέθεσε ότι θα άρεσε στη γιαγιά. Η γλυκιά και σωστή μεσότητα του «δεν ξέρω» είναι εγωιστικό να την λες έτσι βιαστικά και πρόχειρα σε ανθρώπους που αγαπάς. Εδώ το κατά συνθήκη ψέμα, να κάνεις δηλαδή ότι συμφωνείς με ανθρώπους που αγαπάς και έχουν ριζωμένες απόψεις είναι πιο ευγενικό. Σε κάθε περίπτωση τέτοιες συζητήσεις  με τέτοιους ανθρώπους θέλουν ειδικό χειρισμό

-Καλέ, έχεις ωραίο φίλο! διέκοψε τον γεωπόνο η Μαργαρίτα, η οδοντίατρος και έγινε για λίγο σιωπή στην παρέα!

-Συμφωνώ, μαζί σου Μαργαρίτα είπε ο γεωπόνος και συνέχισε.

Η γιαγιά δεν πήρε την απάντηση που ήθελε, αλλά φαινόταν ότι τον  συμπάθησε και δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο τούτο το θέμα και είπε.

 

-Ναι, δεν έχω αποτελειώσει την ιστορία με τα παιδιά, θέλεις να μάθεις τι έκαναν με τα αυγά που μοιραστήκαν τελικά;

Και το ρωτάς, γιαγιά, σε ακούω.

 

-Πουλήσανε όλα τους τα αυγά- έκανε μια δραχμή το ένα και πήραν δώρα για τα μικρά παιδιά που φοιτούν στο Δημοτικό σχολείο και τα μοίρασαν την πρωτοχρονιά!!

-Αγόρασαν από μια κούκλα για κάθε κορίτσι και από ένα τόπι για κάθε αγόρια.

-Μπράβο είπε ο δάσκαλος! Θα τους έφτασαν τα λεφτά, πιστεύω; Πόσα παιδιά είχε το σχολείο;

 

-Η γιαγιά διστάζει λίγο να απαντήσει. Σκέφτηκε να του τα πει όλα, όπως πολύ  καλά τα θυμόταν ή να τον ρίξει στον γιαλό να δει τί ψάρια πιάνει τούτος ο δάσκαλος;

-Δεν τα θυμάσαι φαίνεται γιαγιά, της είπε, δεν πειράζει.

-Πειράζει, γιέ μου, γιατί κάτι τέτοια μου θυμίζουν τα γερατειά μου, αλλά εγώ θα πω όσα θυμάμαι!

-Λέγε μου, αν τους έφτασαν τα λεφτά, την ρώτησε, για να την βγάλει από τη δύσκολη θέση, που νόμιζε ότι έβαλε τη γιαγιά. Που να φανταζόταν, ότι η γιαγιά ζύγιζε το μυαλό του δάσκαλου με επιδέξιο τρόπο. (αξιολόγηση το λέμε στα πανεπιστήμια και τεστάρισμα στις αγορές)

 

-Θυμάμαι, συνέχισε η γιαγιά, ότι τους έφθασαν τα λεφτά ίσα -ίσα, ευτυχώς, αφού το ένα δώρο έκανε δύο δραχμές και το άλλο τρεις, τα αγόρια ,θυμάμαι, ήταν δύο λιγότερα, από τα κορίτσια. Πόσα παιδιά είχε το σχολείο δεν θυμάμαι. Πάντως ποτέ στο σχολείο μας δεν είχαμε λιγότερα  από δέκα και περισσότερα από τριάντα.

Μονοθέσιο σχολείο είναι γιαγιά όπως τα λες θα ήταν.

Θα σπάσω, γιέ μου, εδώ μπροστά σου το κεφάλι μου, αν δεν θυμηθώ πόσα παιδιά, ακριβώς, ήταν εκείνη την χρονιά!

-Δεν πειράζει γιαγιά της είπε με κατανόηση!

-Κλούβιαινε ,φαίνεται, το κεφάλι μου, γιέ μου!

-Δεν πειράζει γιαγιά της ξαναείπε. Όλοι ξεχνάμε!

-Δεν θέλω παρηγοριές, δάσκαλε, γιατρειά θέλω!

-Τι μπορώ να κάνω είπε και ένοιωσε άσχημα που άφησε η γιαγιά το ζεστό «γιέ μου» που έλεγε τόση ώρα και τον είπε «δάσκαλε»;

-Να με βοηθήσεις, να θυμηθώ, είπε με απελπισία και με βλέμμα, μάλλον, υποτιμητικό στο δάσκαλο!

Μα πως; Ρώτησε!

Τότε η γιαγιά γύρισε και του είπε:

-Ξεκούτιανα εγώ, έγινα ξεχασιάρα, δάσκαλε, και βάζω εσένα σε μπελάδες! Με συμπαθάς  ας τα αφήσουμε τα προβλήματα.

 

Τα λόγια αυτά τον διαπέρασαν. Η φράση της γιαγιάς  «ξεκούτιανα» ήταν μια ευθεία αυτό-προσβολή, της γιαγιάς,» ένας αυτό-σαρκασμός, που συνηθίζουν να κάνουν στους εαυτούς τους, οι ευγενείς άνθρωποι των χωριών, όταν δεν θέλουν, κατάμουτρα. να προσβάλουν κάποιον που  σέβονται , αν και λέει ανοησίες.

Προσποιούνται τους αφελείς, παραβλέπουν την ανοησία ή την άγνοια του άλλου και κάνουν πως δεν την καταλαβαίνουν, ενώ μέσα τους λένε: «άνοιξε τα μάτια σου και το μυαλό σου ,να δεις καλύτερα».

Κατάλαβε ότι κάτι υπονοούσε η γιαγιά, κάτι περίμενε από το δάσκαλο να σκεφτεί εκείνος και να το βρει και όχι, βεβαία, να βοηθήσει την μνήμη της γιαγιάς που τα θυμόταν όλα πολύ καλά.

Συνήλθε, από την έκπληξη και άρχισε να ξανασκέφτεται τα δεδομένα του προβλήματος:

Το σχολείο είχε πάντα όχι λιγότερα από δέκα και όχι περισσότερα από τριάντα παιδιά, δύο κορίτσια περισσότερο από τα αγόρια και το ένα δώρο έκανε δύο δραχμές και το άλλο τρεις. Τα λεφτά τα πήραν από τα αυγά που πούλησαν. Αλλά πόσα ήταν τα αυγά; Πόσα παιδιά είχε το σχολείο; Πόσα ήταν τα αγόρια και πόσα τα κορίτσια; Ποιο από τα δώρα κόστιζε δυο δραχμές και ποιο τρεις; Το τόπι ή η κούκλα;

Πήγε παράμερα ο δάσκαλος χωρίς να πει τίποτα Σκέφτηκε αρκετά, ενώ η γιαγιά κοιτούσε, τάχα αδιάφορα, μακριά, χωρίς να μιλά. Μια κατά τον πύργο του Γουδέλη και μια κατά την Παναγιά τη γιάτρισσα. Δεν ήθελε  να διαταράξει την σκέψη του δασκάλου.

Είχε γίνει μια άρρητη συμφωνία σιωπής μεταξύ τους, είχαν καταλάβει και οι δύο τι γινόταν.

Πέρασε αρκετή ώρα! Πολλή ώρα, απόλυτης σιωπής!.

Κάποια στιγμή, χαμογελαστός και ήρεμος πλησίασε την γιαγιά, έσκυψε, κρυφά, στο αυτί της σαν να ήθελε να μην ακούσει άλλος κανείς και την ρώτησε σαν να είχε τάχα αμφιβολία: Τόσα ήταν τα αυγά; Τόσα ήταν τα αγόρια και τόσα τα κορίτσια; Τόσο κόστιζαν οι κούκλες και τόσο τα  τόπια;

 

-Έλα, μωρέ δάσκαλε, να σε φιλήσω, τί κι αν είμαι γριά! Και καλογριά μπορεί να κολάσει το κεφάλι που σκέφτεται!

-Μπράβο, σε σένα της είπε!

Σε μένα μπράβο ή σε σένα γιέ μου1

Σε σένα γιαγιά!

Γιατί, με το συμπάθιο;

Γιαγιά, της είπε! Ανθρώπους για να παινέψουμε έχουμε πολλούς! Ανθρώπους που να παινεύουν θέλουμε, αυτοί είναι οι θησαυροί!

Τον κοίταζε αρκετή ώρα αμίλητη, αρκετή ώρα αμίλητη και σκεπτική!

-Για τους επαίνους, γιαγιά , ζούμε όλοι, προπάντων για τους επαίνους!

Ξανά σιωπή η γιαγιά.

-Και η Μάνη, από τους επαίνους μεγάλωσε, της ξαναείπε.

-Από τους επαίνους; Τον ρώτησε.

-Δεν βγάζουν αλλιώς φτερά οι άνθρωποι, για να πετάξουν, γιαγιά!

 

-Καλώς όρισες, στο χωριό μας, γιε μου, Καλώς όρισες, κύριε δάσκαλε! Και τον ξαναφίλησε.

Της υποκλίθηκε χαμογελώντας!

 

-Τότε τον έπιασε από το χέρι και σαν μητέρα του είπε: Αυτά λένε και άλλα πολλά για τα φαντάσματα ,αλλά εσύ δάσκαλε, μην τα πιστεύεις αυτά και φοβάσαι.

-Γιατί, γιαγιά, να φοβάμαι εγώ της είπε.

-Γιατί,, παιδάκι μου, τους γκρεμισμένους παλιούς μύλους με τις νεράιδες, που λένε ότι σκότωσαν τον μυλωνά και που όταν περνάμε τις νύχτες πολλοί τρέμουν από φόβο, τον επισκεύασαν φέτος το καλοκαίρι   για να έχεις που να κοιμηθείς!

Μέχρι τώρα πού έμεναν οι δάσκαλοι που έρχονται στο χωριό; Την ρώτησε με φανερή ανησυχία.

Στενόχωρα, σε μια άκρη στο γραφείο του σχολείου.

Ακούγοντας αυτές τις πληροφορίες για την κατοικία του, ο δάσκαλος, έβηξε. Παραλίγο να πνιγεί!

Μέσα του η φαντασία του είχε μεταβάλει του παλιούς μύλους σε πύργο του Δράκουλα των Καρπαθίων. Ο νους του δεν ξεκόλλαγε από το σπίτι με τα φαντάσματα που του ετοίμασαν για κατοικία. Αλλά ήθελε να κρύψει το φόβο του. Άντρας 25 χρόνων και να φοβάται τα φαντάσματα δεν το καταδεχόταν να το παραδεχτεί. Ήθελε να κρατήσει  μυστικό,  δικό του κρυφό πρόβλημα και ανομολόγητο τον φόβο του για τα φαντάσματα του σπιτιού του!

 

Η τετραπέρατη γιαγιά κατάλαβε, ότι αυτό με το σπίτι στους παλιούς μύλους με τα φαντάσματα. τον έβαλε σε σκέψεις .

Σταμάτησε την κουβέντα και είπε: .Ποιος τα πιστεύει σήμερα αυτά παιδάκι μου; Πιες λίγο νερό, του είπε και προσπάθησε, η γιαγιά να αλλάξει θέμα.

-Τώρα που τέλειωσα λέγε, του λόγου σου, γιέ μου, από πιο καλό μέρος μας έρχεσαι, τον ρώτησε:

 

Εγώ ,γιαγιά, γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό με ανθρώπους ολόιδιους με σένα. Το χωριό μου το λένε……..  Δεν πρόφτασε να συνεχίσει γιατί εκείνη τη στιγμή ήρθαν δύο νέοι άνδρες, που μόλις επέστρεψαν από τις δουλειές τους και ρώτησαν, αν είναι ο νέος δάσκαλος που περιμένουν να τους στείλει ο Επιθεωρητής

Ναι, τους είπε.

Συστηθήκανε και στη συνέχεια τον ενημέρωσαν για το σχολεία και για  τα παιδιά.

 

-Αύριο το πρωί θα έρθει από το διπλανό χωριό ο  παπάς για τον αγιασμό του σχολείου και μετά θα κάνουμε μια μικρή γιορτή για να αποχαιρετίσουμε τον παλιό δάσκαλο που πήρε σύνταξη και υπηρέτησε εδώ στο χωρίο μας αρκετά χρόνια. Θα είναι όλο το χωριό.

-Να πεις κι εσύ,δασκαλε, που ξέρεις γράμματα, δυο τρεις καλές κουβέντες ,σαν αποχαιρετισμό! Ήταν καλός δάσκαλος.

-Τώρα πάμε να σου δείξουμε τον πύργο που θα μένεις!

Που να ήξεραν αυτά που έμαθε για την κατοικία του από τη γιαγιά, θα του έφερναν μεγάλες αγρύπνιες.

Δεν θυμηθήκαν οι χωρικοί ποτέ, όσο έμεινε στο χωριό, να έσβησε καμιά νύχτα η λάμπα πετρελαίου από το σπίτι του δασκάλου , που ήταν κτισμένο πάνω στους  παλιούς μύλους. Τους έλεγε ότι μένει ξάγρυπνος για να διαβάζει, αλλά η αλήθεια ήταν ότι διάβαζε για να μένει ξάγρυπνος.

Όλοι όσοι άκουγαν τον γεωπόνο στην παρέα έσκασαν σε δυνατά  γέλια!

 

Το επόμενο πρωί θα γινόταν ο αγιασμός και η μικρή γιορτή για τον αποχαιρετισμό του  παλιού δασκάλου!

Ήταν όλοι εκεί. Παππούδες ,γιαγιές, γονείς παιδιά. Ο παπάς άρχισε με το ευλογητός και όταν τελείωσε τα ψαλτικά βουτούσε τον βασιλικό στη λεκάνη με το νερό που είχε ευλογήσει και ευλογούσε ραντίζοντας. Δεν  ράντιζε απλά αλλά έλουζε!

Να πιάσει ο αγιασμός έλεγε γελώντας και έκανε όλους μούσκεμα!

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο παλιός δάσκαλος και αφού είπε πολλούς επαίνους για τους κατοίκους και τους ευχαρίστησε για ότι προσέφεραν στο σχολείο σε χρήματα και εργασία, γύρισε προς τον νέο δάσκαλο και είπε:

Σε καλωσορίζουμε, νέε δάσκαλε και σου ευχόμαστε  ό,τι καλό!

Να ξέρεις, νέε δάσκαλε, στο αφήνω σαν παρακαταθήκη, ότι: «η πνευματική νοημοσύνη τούτου του  έθνους που διατηρείται αιώνες  και σπρώχνει τους γονείς να συνεχίσουν την ιερή παράδοση που απαιτεί να θυσιάζουν για τα παιδιά τους από το περίσσευμα ή το στέρημα τους  για να τα δουν πρώτα φωτισμένα και μετά τακτοποιημένα στη ζωή είναι πρωτόγνωρη στον κόσμο».

Να το θυμάσαι αυτό δάσκαλε και να το λες!

Αν είναι σωστός ή όχι ο  προσανατολισμός μας στη ζωή,  φαίνεται  από την προσωπική θυσιαστική προσφορά των γονιών,  που  βοηθάει  να μορφωθούν τα παιδιά τους. Αυτή η θυσιαστική προσωπική προσφορά  των Ελλήνων, προς τα παιδιά τους, είναι ανώτερη από εκείνη των κατοίκων  οποιασδήποτε άλλης χώρας, του κόσμου συγκρινόμενη!

Αυτά πρέπει να τα πεις κάποτε σε ένα διεθνές συνέδριο!

Θυσιαστική προσωπική προσφορά είναι η θυσία των Ελλήνων γονέων να πουλούν τα πάντα για να σπουδάσουν τα παιδιά τους.

 

Δεν υπάρχει στον κόσμο τέτοια κοινωνία, που να νοιάζεται τόσο για τα γράμματα και για τη μόρφωση των παιδιών τους!

Να το θυμάσαι νέε δάσκαλε και να το λες, ξαναείπε!

 

Έζησα και δίδαξα σαράντα χρόνια,. Έδωσα φώτα και τα νιάτα μου και πήρα πείρα και σοφία. Πράγματα πολύ χρήσιμα τώρα σε μένα, αφού μόνο αυτά ομορφαίνουν τα γηρατειά.

Δίκαιη πληρωμή νομίζω;

Σας ευχαριστώ όλους!

 

Ο νέος δάσκαλος πήρε το λόγο. Έμεινε αμίλητος για λίγο, πήρε στα χέρια του μερικές κόλες χαρτί  με καλογραμμένα γράμματα.

Είχε ετοιμάσει όλη την προηγούμενη νύχτα τα λόγια που θα έλεγε στον παλιό δάσκαλο που θα αποχωρούσε.

Ένοιωθε σαν να έκανε την ωραιότερη αναφορά της ζωής του. Θυμήθηκε το ποίημα του Πολέμη  «το παλιό βιολί»  και του φάνηκε πως ταίριαζε στον παλιό δάσκαλο και στην περίπτωση. Όλα όσα έγραψε δεν είναι ομιλία είναι μια μικρή διάλεξη..

Παλιέ μας δάσκαλε. Έτσι άρχισε.

Σου το υπόσχομαι το κάνω γνωστό όσο πιο πολύ γίνεται ότι η Ελλάδα αγαπά τα γράμματα όσο καμιά άλλη χώρα. Στο υπόσχομαι γιατί το πιστεύω και εγώ ότι η καλύτερη ευχή των ελλήνων γονέων είναι το «μάθε παιδί μου γράμματα» και δεν είναι μόνο ευχή είναι και παράκληση, αλλά αν χρειαστεί και προσταγή . Θα το φωνάξω όσο μπορώ δάσκαλε ότι η Ελλάδα είναι ένα απέραντο εκπαιδευτήριο.

Χαίρομαι για την παρακαταθήκη που μου αφήνεις.

Αλλά πιο πολύ χαίρομαι που έχω την ευκαιρία και την τιμή να πάρω από σένα την σκυτάλη και να συνεχίζω.

Αποχαιρετώντας σε διάλεξα να σου αφιερώσω το συμβολικότερο και ταιριαστό στην περίπτωσή σου, ποίημα του Πολέμη. Το παλιό βιολί

Μιλά για ένας βιολί που όσο γερνά και παλιώνει τόσο πιο ωραίο ήχο βγάζει.

Το έχεις διδάξει κι εσύ αυτό το ποίημα, πολλές φορές !

Θα το ξανακούσεις πάλι σήμερα από τους μαθητές σου που το αφιερώνουν στο δάσκαλό τους με αγάπη.

Άκουσε τ’ απόκοσμο το παλιό βιολί

μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη

στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί

με τ’ αχνά κι’ απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό

ζήλεψε κι σώπασε κι έσκυψε κι εστάθη

για να δει περήφανο τι πουλί ειν’ αυτό

που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιώνης τ’ άχαρο, το δειλό πουλί,

με λαχτάρ’ απόκρυφη τα φτερά τινάζει

και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,

για να μάθει ο δύστυχος πως ν` αναστενάζει.

Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι; Τι

κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;

Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή

η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

 

 

Με ιαμβικό μέτρο, ο σεμνός ποιητής Πολέμης δίνει τον συμβολισμό της μεγάλης ισορροπίας.

Αυτόν τον συμβολισμό τον κάνω στεφάνι για να σε στεφανώσουμε τώρα που φεύγεις, παλιέ μας δάσκαλε.

Θα μπορούσα να είμαι μαθητή σου και έτσι τώρα να με νοιώθεις!!

Παλιέ μου δάσκαλε. Το βιολί είναι το σύμβολο κάθε όντος που, οδεύοντας προς τη …δύση και χάνει σιγά σιγά την ικμάδα της ζωής.

Τα πάντα ρει.

Αυτή είναι η πορεία των αιώνων.

Έδωσες τα νιάτα σου και πήρες σοφία.

Αυτός είναι, ίσως, ο ωραιότερος συμβολισμός της ισορροπίας..

 

Δεν υπάρχει παράδρομος ή πισωγύρισμα.

Είναι ο ίδιος δρόμος των κεριών του Καβάφη, μόνο που τούτος ο δρόμος τελειώνει με αναμμένα κεριά, ενώ ο άλλος με σβηστά.

Μην κάνουμε συγκρίσεις των απόλυτα διαφορετικών προθέσεων των δύο ποιητών, ο ένας κρατά νυστέρι και ο άλλος αυλό.

Την αρχή διατήρησης της ακεραιότητας του όλου προσπαθεί να στηρίξει με σύμβολα τούτο το ποίημα που είναι βουτηγμένα σε πελάγη ρομαντισμού!.

Θέλει να δείξει την αρμονία της ζωής από την αρχή μέχρι την άκρη της. Να δώσει την ανθρωπομορφική αναλογία του Νόμου του Λαβουαζιέ που επιβεβαιώνει την καθολική αρχή της διατήρησης της ύλης και του πνεύματος.

Φεύγει από το παλιό βιολί η ζωντάνια, η κίνηση, οι υποσχέσεις του αύριο και οι προσδοκίες μιας νέας  άνοιξης.

Έρχεται στο παλιό βιολί μια νέα άνοιξη, με τη μελωδία της ζωής το τραγούδι της, το ιστόρημά της, έτσι όπως την κατάλαβε και την ερμήνευσε η σοφία της μεγάλης συλλογής από ακούσματα και παραλλαγές.

Παλιώνει του βιολιού το ξύλο , παλιέ μας δάσκαλε!

Ξανανιώνει του βιολιού ο ήχος! Καλέ μας δάσκαλε!

Όπως συγκινεί η άνοιξη της ζωής και σπρώχνει το αηδόνι και τον κούκο να κελαηδούν, έτσι και τώρα τούτη η άνοιξη της σοφίας σου συγκινεί το αηδόνι και τον κούκο και τα κάνει να αφουγκράζονται τις χορδές που βγάζουν τη μελωδία της ευτυχίας που αντιγράφει το αηδόνι και συλλαβίζει  ο κούκος.

Το βιολί του ποιητή είναι, ίσως, ο ωραιότερος συμβολισμός της ισορροπίας και δίνει μια πειστική εξήγηση της αναπλήρωσης των κενών με καινά .

Τη φυσική φθορά, το κενό, αναπληρώνει η καινή μελωδία της γνώσης, της αγάπης, της δημιουργίας και ίσως την παραπληρώνει.

Τώρα, το παλιό βιολί, μιλάει με τη μεστωμένη αγάπη, τώρα ζυγίζει τα πάθη και τους αναστεναγμούς με την ακρίβεια που τους ταιριάζει.

Με το πάλιωμα μικραίνει το τέλος.

Με το πάλιωμα μακραίνει η αρχή.

Η φθορά του σώματος είναι μια φυσική συνέπεια που αναπόφευκτα, θα νικήσει ο χρόνος.

Η δημιουργική προσπάθεια είναι ένα χρέος που θα  νικήσει το χρόνο.

Το παρήγορο ισοζύγιο.

Η αίσθηση της δημιουργίας

Αυτή είναι η εκπλήρωση της πιο μεγάλης ανάγκης μας, που βρίσκεται στην κορυφή μιας πυραμίδας που λέγεται σκοπός της ζωής.

Είναι η μεγάλη ανάγκη για αυτοπραγμάτωση

Κάθε ανθρώπου!

Κάθε πλάσματος!

Να δημιουργήσει, να αφήσει ένα αποτύπωμα από το πέρασμά του!

Και να πάρει έναν έπαινο!

Τον τελευταίο, τον ωραιότερο!

Τον πήρες σήμερα, παλιέ μας  δάσκαλε, από όλους μας!

Δάκρυσε ο παλιός ο δάσκαλος και ο νέος επίσης!

 

Ο γεωπόνος σταμάτησε για λίγο και πάλι πήγε να συνεχίσει, αλλά τον διέκοψε  η μαργαρίτα η κοπέλα της παρέας που έτρωγαν στην ταβέρνα λέγοντας του:

-Αυτό, καλέ, δεν είναι μόνο μια μικρή διάλεξη, αυτό είναι ένας  εκτενής ύμνος της ζωής και παρακάλεσε να της δώσει ένα αντίγραφο τούτου του γράμματος.

Στο υπόσχομαι, Μαργαρίτα, είπε ο γεωπόνος και συνέχισε.

 

Στο χωριό αυτό το Καρυοβούνι ο δάσκαλος ο φίλος μου έμεινε δυο χρόνια .Μετά πήγε για μετεκπαίδευση και σπουδές στην Αθήνα και το εξωτερικό.

Πέρασαν χρόνια, από τότε. Τον συνάντησα καθηγητή στο πανεπιστήμιο!

Φίλε, του είπα, αστειευόμενος, υπάρχουν  νεράιδες στη Μάνη;

Στην Μάνη, μου είπε, θα δεις- αν βλέπει ο νους σου- ή νεράιδες ή όνειρα και τα δύο σου παίρνουν τα μυαλά!

Τότε τον φίλησα και εγώ σταυρωτά!

Όχι γιατί παίνεψε τη Μάνη, αλλά γιατί είπε κάτι αληθινό!

 

Έβγαλε από την βιβλιοθήκη τούτο το βιβλίο που κρατώ και μου το χάρισε με αφιέρωση που έγραφε: «Να το διαβάσεις με αγάπη για να ομορφύνει»

Και η αγάπη έπαινος είναι τον ρώτησα

Ο αληθινότερος, φίλε!

Αυτός είναι ο φίλος μου, που σας έφερα να ακούσουμε σήμερα το βράδυ και θα μιλήσει για παρόμοια θέματα.

Αυτού είναι τούτο το βιβλίο, που σου έφερα να διαβάσεις , Μαργαρίτα.  Είπε ο γεωπόνος στην οδοντίατρο και της το έδωσε.

Η οδοντίατρος πήρε στα χέρια της το βιβλίο του φίλου του γεωπόνου για τον οποίο μιλούσε τόση ώρα.

Η ματιά κοιτούσε αφηρημένη το βιβλίο και ή ίδια ξεδίπλωνε σκέψεις και συλλογισμούς

Μαργαρίτα, είπε  ο γεωπόνος, που την είδε βυθισμένη σε σκέψεις, να το διαβάσεις!

Ευχαρίστως, είπε η οδοντίατρος , κοκκινίζοντας. λες και είχαν διαβάσει όλοι τις σκέψεις της.

Ήταν φανερά  αναστατωμένη.

Πέρασε σαν ταινία η ζωή της, σαν ταινία  κινηματογράφου. Βουβού όμως. Χρόνια τώρα, θυμήθηκε. Είχε συναντήσει έναν άνθρωπο. Μίλησε για λίγο μόνο μαζί του, δεν του έδωσε, καθώς θυμάται ποτέ, την ευκαιρία να τις δείξει κάτι από τον εαυτό του. Τον κρότησε μακριά η Μαργαρίτα. Τα πάντα τα έκρινε από μακριά. Τα λόγια του  ήταν απλησίαστα. Ποτέ δεν άφησε τα αυτιά της να ακούσουν λέξεις με  θαυμαστικά για εκείνη. Ποτέ.

Τώρα η μαργαρίτα είναι γύρο, στα σαράντα της και  όμορφη όπως πάντα.  Από εκείνες τις ομορφιές του δεκάθλου, πουθενά πρώτη, πουθενά τελευταία, επαρκής παντού, ατείχιστη και ελεύθερη, χωρίς επίμονους πολιορκητές- τους κρατούσε με τα μάτια μακριά-.

Ναι έτσι ήταν μέχρι πριν λίγο, αλλά τώρα, έχει αμφιβολίες, νιώθει ότι αδίκησε πολλούς και ίσως και τον εαυτό της. Τώρα είναι με τα κλειδιά στα χέρια έτοιμη να υψώσει λευκή σημαία, όχι για να παραδοθεί, αλλά για ακούσει τι έχουν να πουν. Ίσως, τώρα, να ήθελε να αλλάξει ένα παλιό της όχι με ναι ή να πει ,ίσως, ένα ναι  καινούριο.

Ποιος ξέρει;

Εμπιστευόταν μόνο τα μάτια της, μόνο με αυτά έβλεπε τους ανθρώπους, μόνο με αυτά τους έκρινε, ποτέ δεν στάθηκε να τους ακούσει, τι έχουν να πουν. Σήμερα γνώρισε κάποιον μόνο με τα αυτιά της, μόνο λόγια άκουσε  και τον γνώρισε. Πόσους, άραγε, άλλους θα τους γνώριζε με τον ίδιο τρόπο, αν τους επέτρεπε να μιλήσουν;

Αυτά σκεφτόταν η Μαργαρίτα και βαρυθύμησε.

Είναι άγνωστο μυστήριο πως γοητεύονται οι άνθρωποι!

Είναι άγνωστο μυστήριο, αλλά είναι  ιερές οι πρωτότυπες διαφορές τους!

 

Αρκετά αυτά που είπα για το φίλο μου, είπε ο γεωπόνος, πέρασε ευχάριστα η ώρα, αλλά αργήσαμε λίγο, ας ξεκινήσουμε σιγά –σιγά για το ταξίδι μας  είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι.

Ας ξεκινήσουμε είπαν όλοι και σηκώθηκαν.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *