Ένας αετός που δεν πέταξε ποτέ

-Πέτρο – Πέτρο, φώναξε δυνατά, από το ένα άκρο της πλατείας στο άλλο, ο Φίλιππος, ο δικηγόρος, τον φίλο του.

Συνταξιούχοι, τώρα πια και οι δυο και παροπλισμένοι καθώς είναι, κάθε μέρα, τα πρωινά, συναντιούνται για να πίνουν καφέ, τσάι και τέτοια. Έτσι λένε, αλλά η αλήθεια είναι ότι συναντιούνται για να ασχολούνται με τα ….περασμένα και τις αναμνήσεις τους;

-Τι συμβαίνει και φωνάζεις έτσι ρώτησε ο Πέτρος τον δικηγόρο;

-Έφυγε, ρε συ, χθες για τους ουρανούς ο Λακάκης!!!

-Ποιος Λακάκης βρε;

-Ο συμμαθητής μου δεν τον θυμάσαι; Αυτόν που βλέπαμε να περιφέρεται πάντα μοναχός!!

-Πως δεν τον θυμάμαι! Ναι! Ναι! Τον θυμάμαι. …..

Έγινε σιωπή για λίγο και ο Πέτρος .συνέχισε

-Για τους ουρανούς είπες ;….

Μα πάλι έκανε λίγη σιωπή και συνέχισε, κάπως, διστακτικά.

-Δεν πήγε και μακριά πάντα στους ουρανούς ζούσε!

-Δεν έχεις άδικο. ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, μονήρης τύπος, ανύπαντρος, μακριά από όλους μας.

-Τι επάγγελμα είχε;

-Κανένα! Μια αποτυχία η  ζωή του. Δεν βρήκε  κανένα προσανατολισμό ,αν και είχε καλή πυξίδα για να τον οδηγήσει!

-Τι εννοείς;

-Νου, μωρέ! Νιονιό! Μυαλό, πώς να σου το πω!

-Μη μου πεις!

-Τί να μη σου πω; Έτσι είναι! Σταμάτησε λίγο και συνέχισε. Αυτή είναι η μια μεριά της αλήθειας, ενώ  από την άλλη μεριά της θα δεις μια αφελή παιδαριώδη αντίληψη για τη ζωή, για τη δουλειά, για όλα.

-Τι δουλειά έκανε;

-Καμία! Άεργος ή άνεργος, αρκετά χρόνια στην Αμερική. Ζούσε μέχρι χθες, με μια μικρή σύνταξη! Κρίμα!

-Γιατί κρίμα;

-Μα δε σου είπα! Είχε μυαλό, «τσερβέλο» που λένε και γνωστικές δυνατότητες που δεν τις αξιοποίησε, .Μιλούσε  αγγλικά και γαλλικά!

-Τί μου λες!

-Ναι φίλε μου! Ήταν καλός μαθητής, αλλά είχε μια αστάθεια η συμπεριφορά του. Εξιδανίκευε με υπερβολή τα πράγματα. Δεν είχε  ορθολογισμό. Έδειχνε αδιαφορία, αφροντισιά για την καθημερινότητα.

Τι, μηδενιστής ήταν;

Όχι-όχι δεν ήταν μηδενιστής, αλλά ουτοπιστής. Δεν κατέβαλε καμία φροντίδα  καμιά επιμέλεια για πρακτικά θέματα. Δεν είχε τους επιδέξιους χειρισμούς που απαιτεί η διαχείρισή μιας καλής επικοινωνίας. Του έλειπε η διπλωματία που θα τον βοηθούσε να προσαρμοστεί , να κάνει και να διατηρήσει φίλους. Παγιδεύτηκε  μέσα στην πλάνη του. Κρίμα! Κρίμα!

-Δεν είχε φίλους;

-Όχι! Όποιος έχει φίλους είναι θωρακισμένος συναισθηματικά, πατάει γερά. Η επικοινωνία ,Πέτρο ,είναι αναγκαίο  αγαθό για τον άνθρωπο, σαν τον αέρα,! Οι φίλοι , οι φίλοι μας, οι ψυχοθεραπευτές φίλοι μας, είναι απαραίτητοι σε όλους μας.!

-Και ο έρωτας είναι σημαντικός φύλακας την ψυχικής υγείας ,Φίλιππε!

-Μα και ο έρωτας φιλία είναι, Πέτρο, άλλο που τη μια παρουσιάζεται σαν λαμπρή έξαρση της και την άλλη σαν μια φλεγμονή της!

-Δεν έχεις άδικο

-Αν παραστρατήσουν οι φιλίες μας ή οι έρωτες μας, παραστρατίζουν όλα στη ζωή μας!

-Συγγενείς δεν είχε;

-Γιατί αλλάζεις κουβέντα τώρα;

-Αλλάζω κουβέντα γιατί, αφενός, συμφωνώ με αυτά που λες, αφετέρου, ξέρω ότι αν συνεχίσει η κουβέντα θα πεις ότι: «Η ετερόφυλη φιλία, φίλε μου, είναι γιατρειά, σαν τις παντοδύναμες Ιασώ και  Πανάκεια ,τις κόρες του Ασκληπιού και της Ηπιόνης. Η ετερόφυλη φιλία, θα πεις, είναι η ψυχαγωγούσα οδηγήτριά μας». Τα έχεις χιλιοειπωμένα, και τα ξέρω!

-Αυτό ακριβώς θα έλεγα, αλλά και τούτο: « Η καλή κοινωνική συμπεριφορά είναι το διαβατήριο  για να ταξιδέψεις στη χώρα του άλλου φύλου και όταν μπεις σε εκείνη την χώρα έχεις όλο τον κόσμο κοντά σου χαρούμενο».

-Και με αυτά συμφωνώ. Λέγε μου, τώρα, συγγενείς δεν είχε;

-Είχε, αλλά και από τους συγγενείς του μακριά στεκόταν  και ας τον φρόντιζαν όσο καλύτερα μπορούσαν.

Πάντα έτσι ήταν; Μοναχικός τύπος;

-Όχι τόσο! Όταν τον γνώρισα στο γυμνάσιο, όπως σου είπα ήταν συμμαθητής μου, έδειχνε μια ελαφρώς ιδιόρρυθμη, αλλά συμπαθή συμπεριφορά.

-Δηλαδή:

-Επαινούσε ή επέκρινε με υπερβολή. Είχε λόγο στομφώδη και συνήθως, συναισθηματική φόρτιση!

-Λέγε μου  κανένα παράδειγμα να καταλάβω τί είδους στόμφο και συναισθηματική φόρτιση είχε ο λόγος του .Ποια υπερβολή είχε ο συναισθηματισμός του;

-Πρόχειρα τώρα θυμάμαι:: Σε μια  επίσκεψη με την τάξη μας στην αρχαία Μεσσήνη η ξεναγός μας είπε ότι τούτη η θαυμάσια πολιτεία έγινε εξαιτίας των Θηβαίων και τού ωραίο Έλληνα Επαμεινώνδα, αφού νίκησαν και τιμώρησαν τους Σπαρτιατες τους τυράννους των Μεσσηνίων.

Τότε ο Λακάκης δείχνοντας πατριωτική αλληλεγγύη προς τους προγόνους του είλωτες της Μεσσηνίας ανέβηκε ψηλά στο αρχαίο θέατρο και με στεντόρεια φωνή  είπε: « Σπαρτιάτες τύραννοι των Μεσσηνίων, δεν αρκεί το ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ των Θερμοπυλών για να σας αμνηστεύσει η Πατρίδα μου η Μεσσηνία και εγώ».

-Ωραίο αυτό! είπε ο Πέτρος. :

-Ναι, όλο τέτοια έλεγε!

-Ιδιόρρυθμος αλλά και ακριβόλογος, βρε Φίλιππε.

-Ναι, ναι! Ιδιόρρυθμος, ακριβολόγος ,με απρόβλεπτες πρωτοτυπίες…… και που να μάθεις τα τελευταία που μόλις τώρα έμαθα, είπε ο Φίλιππος  κουνώντας το κεφάλι του με συγκρατημένο μειδίαμα.

-Γιατί το λες; Πια τελευταία εννοείς, μήπως άφησε κάποιο μήνυμα πριν πεθάνει;

-Μήνυμα βέβαια άφησε, αλλά τι μήνυμα! Μας γέμισε με συμπάθεια, τύψεις και συγκίνηση!

-Με ξαφνιάζουν οι λέξεις που λες. Για λέγε μου, τί μήνυμα άφησε, πού και πώς;

-Άκου ,καλέ μου φίλε, να δεις ευαισθησίες και παραγγελίες να τον γνωρίσεις καλύτερα.

-Πότε και πώς τα έμαθες;

-Πριν λίγο με πήρε ο ξάδελφός του στο τηλέφωνο και μου τα είπε!

-Για λέγε, λοιπόν!

-Ο Λακάκης εδώ και πάρα πολύ καιρό είχε παραδώσει τρεις  φάκελους στον συνταξιούχο συμβολαιογράφο και παλιό μας συμμαθητή που τον εμπιστευόταν λέγοντας του:

-Συμβολαιογράφε, σου ζητώ μια χάρη! (όλους, μας φώναζε με τα ονόματα των επαγγελμάτων μας, όταν αυτά ήταν «προϊόν»  ακαδημαϊκών σπουδών. Όλους τους άλλους τους καλούσε με τα μικρά τους ονόματα)

-Ό,τι θέλει ο συμμαθητής μου, του απάντησε ο συμβολαιογράφος!

-Αυτά που θα σου πω και θα σου δώσω θα τα κρατήσεις κρυφά μέχρι την ημέρα που θα χρειαστούν!

Τί συμβαίνει, τον ρώτησε ανήσυχος λίγο ο συμβολαιογράφος;

-Είμαι φιλάσθενος τώρα τελευταία και αμελώ πολύ και την υγεία μου….

-Σιώπα, μια χαρά σε βλέπω! τον διέκοψε ο συμβολαιογράφος..

-Αυτά δεν σου τα λέω για να αρχίσεις να μου κάνεις κήρυγμα με συμβουλές, αλλά για να με προσέξεις τί θα σου πω!

-Λέγε, βρε Λακάκη, τί θέλεις από μένα να κάνω και θα το κάνω, του είπε, σχεδόν παρακλητικά ο συμβολαιογράφος, ο συμμαθητής του!

-Δεν με λένε Λακάκη αλλά Θεόδωρο ή σκέτο Λάκη αν θέλεις. Άσε τα χαϊδευτικά σαλιαρίσματα και άκουσέ με τι θα σου πω, μην κάνεις κανένα λάθος!

-Δεν θα κάνω λάθος:

-Συμβολαιογράφος χωρίς λάθος δεν υπάρχει!

-Ό,τι και να πεις βρε Λάκη, εγώ θα σε αγαπώ, του είπε!

-Να, πάρε αυτά που σου δίνω.

-Τί είναι αυτά;

-Φάκελοι δεν βλέπεις! Αν μου συμβεί κάτι στη ζωή μου…..

-Δεν θα πάθεις τίποτα κακό εσύ, είπε ο συμβολαιογράφος, που κατάλαβε που το «πάει».

-Κλείστο, το καλομαθημένο σου στόμα, που όλο καλές κουβέντες ξέρει να μιλά.

-Τί είπα που διαφωνείς  πάλι;

-Την αλήθεια είπες! Τί άλλο πιο κακό να πάθω εγώ στην ζωή μου!

Κάτι πήγε να πει ο συμβολαιογράφος και τον διέκοψε.

-Μη τη βαραίνουμε την κουβέντα, γιατί θα λέω αλήθειες και συ γλυκόλογα να με παρηγορείς .Είναι «ανίκητα» εκείνα που με φόρτωσαν οι …..μοίρες εμένα! Ας τα αφήσαμε! Να, πάρε τους φακέλους.

Ο συμβολαιογράφος πήρε αμίλητος τους τρεις φακέλους, που του έδωσε.

-Όταν εσύ, συμβολαιογράφε, κρίνεις, πότε; Τότε: Τον πρώτο φάκελο με τα χρήματα να τα δόσεις στον παπά να με «καλό-ψάλει». Είναι αρκετά. Θα σου έλεγα να τα δώσεις τα λεφτά αυτά για να με στείλουν «έξω» να με κάψουν, αλλά αν το κάνω αυτό δεν θα ξέρουν που να ρίξουν τις στάχτες μου και θα τους στενοχωρήσω!

Ο συμβολαιογράφος δεν μιλούσε.

-Έχω συνηθίσει στη μοναξιά, δεν θέλω οι στάχτες μου να ενοχλήσουν κανένα!.

-Μα, βρε Λάκη, είπε όλο αγάπη ο συμβολαιογράφος…..

-Συμβολαιογράφε συμμαθητή, δεν λέω παράπονα, αλήθειες λέω!  Θα με ακούσεις να τελειώνουμε!

-Λέγε!

-Τον δεύτερο φάκελο θα τον δόσεις στον γυμνασιάρχη. Έχει μέσα ένα πρόβλημα και χρήματα για βραβείο σε όποιο μαθητή το λύσει.

Το πρόβλημα θα σου το πω και προφορικά. Προσπάθησε να το λύσεις και εσύ και ίσως, έτσι ακονίσεις το γέρικο μυαλό σου!

-Λέγε το πρόβλημα , βρε ιδιότροπε άνθρωπε. Χωρίς να με βρίζεις δεν μπορείς; Είπε γελώντας ο συμβολαιογράφος

-Άκουσέ το πρόβλημα με προσοχή, συμβολαιογράφε!

Πέντε στρατιώτες, πέντε ναύτες και πέντε σμηνίτες είναι σε ένα παραθαλάσσιο φυλάκιο. Οι πέντε στρατιώτες αγόρασαν τρία κιλά ψάρια μαρίδες, από έναν ψαρά και οι πέντε ναύτες, επίσης, αγόρασαν, άλλα δύο κιλά ψάρια μαρίδες από τον ίδιο ψαρά. Οι πέντε σμηνίτες δεν είχαν μαζί τους χρήματα και ο ψαράς βερεσέ δεν πουλούσε. Τότε όλοι μαζί μαγείρεψαν και έφαγαν τα ψάρια με τη συνοδεία τελεμέ και πελτέ. Οι πέντε σμηνίτες έκαναν μεταξύ τους ρεφενέ και μάζεψαν επτά ευρώ που ήταν η αξία που τους αναλογούσε για το φαγητό. Αφού έφαγαν μετά τραγούδησαν έναν αμανέ και έκαναν πολύ χαβαλέ και τζερτζελέ. Να βρεις πως θα μοιραστούν τα λεφτά οι στρατιώτες και οι ναύτες δίκαια χωρίς τζερεμέ κανενός Να βρεις πόσο κόστισαν τα ψάρια και τα λοιπά και τα λοιπά.

-Ποια είναι «και τα λοιπά και τα λοιπά»

-Λύσε το πρόβλημα χωρίς  «και τα λοιπά και τα λοιπά», εσύ!

-Γάιδαρο σκας με τις παραξενιές σου!

-Κόλλησες, ρε θεωρητικέ συμβολαιογράφε, σε λεπτομέρειες και πνίγεσαι. Αν ήταν εδώ ο μαθηματικός ο συμμαθητής μας, που έχει θετικό μυαλό θα έψαχνε να βρει πόσο κοστίζουν τα ψάρια, πόσο κοστίζει το κιλό, και πως μοιράστηκαν οι στρατιώτες και οι ναύτες τα χρήματα που τους έδωσαν οι σμηνίτες !

-Αναρωτιέμαι, όμως, ρε Λάκη, δεν υπάρχουν ελληνικές λέξεις να βάλεις στο πρόβλημα αντί των Περσικό-Αραβικό-Τουρκικών λέξεων, όπως βερεσέ , αμανέ και τις άλλες

– Υπάρχουν, βρε συμβολαιογράφε, αντί αυτών οι ελληνικές λέξεις μαργαριτάρια: αντί για βερεσέ «πίστωση», αντί για ρεφενέ « συνεισφορά», αντί για τελεμέ «μαλακό τυρί», αντί για πελτέ « τοματοπολτός», αντί για αμανέ «τραγούδι της τάβλας», αντί για τζερτζελέ « αναταραχή», αντί για χαβαλέ «ξεφάντωμα» και αντί για τζερεμέ «ζημιά»

-Απορώ, ρε Λάκη, και γιατί εσύ «καθαρόαιμος υπερπατριώτης» χρησιμοποιείς λέξεις δανεικές, είπε ,αστειευόμενος ειρωνικά, για να τον πειράξει!

Τι ήθελε και το έλεγε αυτό ο συμβολαιογράφος. Ο Λακάκης πήρε φωτιά και άρχισε να του λέει:

-Έχω τον σκοπό μου, βρε «μεταλλαγμένο απολειφάδι» της παγκοσμιοποίησης, που θα ειρωνευτείς εσύ τον πατριωτισμό μου!

-Τί θέλω εγώ και μπαίνω στα «αχαρτογράφητα χωρικά σου ύδατα». Καλά να πάθω, είπε γελώντας ο συμβολαιογράφος. και του είπε, συγγνώμη, βρε Θόδωρε.

-Όχι δεν δέχομαι τη συγγνώμη σου!

– Εντάξει μην την δέχεσαι. Λέγε μου, όμως, για ποιο σκοπό τις έγραψες τις ξένες λέξεις;

-Για να προκαλέσω στα παιδιά του σχολείου «γνωστική αναστάτωση»

-Τί σημαίνει αυτό;

-Ξάφνιασμα απορία, περιέργεια, πρόκληση του νου τους για σκέψη!!

– Είσαι απίθανα απρόβλεπτος, ρε Λα… Λακάκη. πήγε να πει, αλλά το άλλαξε σε Λάκη.

– Τα παιδιά θέλουν έξυπνες προκλήσεις συμβολαιογράφε!

-Μα αυτές τις προκλήσεις τις δίνει το σχολείο Λάκη.

-Το σχολείο δίνει ,βέβαια, προκλήσεις για να σκεφτούν τα παιδιά, αλλά είναι μπαγιάτικες προκλήσεις, σε κονσέρβα. Χιλιοειπωμένες !

-Και σαν ποιες είναι οι φρέσκιες ,οι γνήσιες οι «original» Βρε  Λάκη;

-Οι αυθεντικές, οι πρωτότυπες προκλήσεις, θέλουν τη θυμοσοφία του Μπάρμπα Παύλου για να γεννηθούν, είπε ο Λακάκης και λέγοντας αυτό άρχισε να γελάει!

-Ποιος είναι ο Μπάρμπα Παύλος και τι είπε που τον θυμήθηκες και γελάς;

-Άκουσε και θα θαυμάσεις κι εσύ γελώντας με την «έξυπνη πρόκληση» που έκανε ο σοφός αγράμματος μπάρμπα Παύλος ο χωριανός μου. Δεν ζει τώρα, ας είναι συχωρεμένος

-Σε ακούω.

-Τον συναντήσαμε τρεις ,νεαροί τότε, μαθητές να έρχεται καβάλα στο γάιδαρό του και αφού τον χαιρετίσαμε. μας αντιχαιρέτησε και μας ευχήθηκε «γεια σας Γυμνασιόπαιδα».

Τότε, λοιπόν, κάποιος από μας ρωτήσαμε: τον Μπάρμπα Παύλο: «πόσων  χρόνων είναι ο γάιδαρος;» Εκείνος στάθηκε, σκέφτηκε λίγο και μας απάντησε με νέα ερώτηση: « Ποιος από τους δυο ρε γυμνασιόπαιδα;»

Ο συμβολαιογράφος γέλασε δυνατά!

-Έτσι κτίζεται η εξυπνάδα συμβολαιογράφε και όχι με τις νοικοκυρεμένη καλολογία των δασκάλων και των γονιών που φοβούνται να αυτοσαρκαστούν μήπως και τσαλακωθούν!.

-Τί σημαίνει νοικοκυρεμένη καλολογία;

-Να μιλάει κανείς αυθόρμητα και όχι για να επιδειχτεί. Ο μπάρμπα Παύλος αυτό-υβρίστηκε για να πει έναν έξυπνο λογο, που ήταν πρόβλημα και διδασκαλία μαζί!

-Ήταν πράγματι έξυπνος λόγος, σαν ωραίο ανέκδοτο, είπε ο συμβολαιογράφος!

– Και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές πρέπει να έχουν έξυπνο λόγο είπε ο Λακάκης

-Ναι «συναμφότεροι» οι δασκαλοι και οι καθηγητές πρέπει να έχουν έξυπνο λογο, είπε ο συμβολαιογράφος, τονίζοντας υπέρ το δέον το «Συναμφότεροι» για να το προσέξει ο Λακάκης, που αυτή τη λέξη την χρησιμοποιούσε ο  παλιός τους γυμνασιάρχης που μιλούσε σχεδόν την αρχαία Ελληνική διάλεκτο.

-Βλέπεις, συμβολαιογράφε, το κεράκι του παλιού γυμνασιάρχη μας  πως σε φωτίζει και τολμάς να λες τις λέξεις που ξεχάσαμε!

-Ναι ήταν ο γυμνασιάρχης μας «αρχαίογλωσσική κολώνα γοητείας» και ο άψογος λόγος του ηχεί ακόμη στη διαπασών!

-Συμβολαιογράφε, είσαι ακριβής σαν ανατόμος! Συγχαρητήρια!!!

-Μην υπερβάλεις, Λάκη δεν είναι δύσκολο να παινεύεις τέτοιους ανθρώπους!.

-Σωστά το λες, ήταν ιδιαίτερος άνθρωπος ,με πληθωρική απλότητα!

-Έτσι είναι!

-Ας έρθουμε πάλι στους φακέλους δεν τελείωσα.

-Τί άλλο θέλεις; Λέγε!.

-Υπάρχει και τρίτος φάκελος ,αυτός εδώ. Να τον δώσεις στο ξάδελφο μου, της θειας μου της Ντίνας, γράφω το όνομά του μέσα και το επάγγελμα του, θα τα δεις.

-Αυτού τί να του πω;

-Να του πεις να γράψει κάτι καλό για μένα και να το διαβάσει σαν τελειώσει ο παπάς τις προσευχές του!

-Το βιογραφικό σου; Ρώτησε με ειλικρινή αφέλεια ο συμβολαιογράφος.

-Θα με θυμώσεις, ρε συμβολαιογράφε!  Μιλάς σαν να είναι βλακοδοχείο το κεφάλι σου!

-Τί κακό πάλι είπα και μου θυμώνεις;

-Το βιογραφικό μου, δεν θέλω να το ακούσω. Το ξέρω «απέξω και ανακατωτά». Μην μου ξύνεις πληγές!

-Τότε, τι να γράψει και τί να πει;

-Να του πεις να γράψει όχι καλά λόγια όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιστάσεις, αλλά να γράψει και να διαβάσει μια ιστορία αληθινή για έναν αετό κοψοφτεριασμένο. Ξέρει αυτός.

-Αφού το λες εσύ θα ξέρει!

Ξέρει, αλλά να του πεις να γράψει με ύφος που να μοιάζει  με τις εκθέσεις μου που έγραφα στο σχολείο και τις άκουγες, συμβολαιογράφε, και ζήλευες!

-Τις θυμάμαι Ρε Θόδωρε, είπε δυνατά, ο συμβολαιογράφος, αλλά μέσα του σιγανά μουρμούρισε θλιμμένα, πέφτοντας σε βαθύ συλλογισμό:. Θυμάμαι και τον καθηγητή μας τι σου έλεγε. «Μας ταξιδεύεις σε ακύμαντες θάλασσες με τις εκθέσεις σου, ρομαντικέ Θεόδωρε, αλλά πρόσεχε, τη θάλασσα, έχει υφάλους» Έβλεπε τη σκέψη σου αμφιρρέπουσα σε φαντασία και πραγματικότητα…..!

-Γιατί βουβάθηκες, συμβολαιογράφε!

-Σκέπτομαι, Θόδωρε, είπε σχεδόν αφηρημένος και όταν συνήλθε συμπλήρωσε συγκινημένος. Υπόσχομαι, Θόδωρε, να κάνω ότι ακριβώς μου είπες!

 

Αυτά είναι όλα και όλα ,Πέτρο, είπε ο  Φίλιππος τα μηνύματα που μας άφησε!

-Είναι πράγματι συγκινητικό Φίλιππε !

-Τώρα όπως καταλαβαίνεις, Πέτρο εμείς πρέπει να ετοιμαζόμαστε να πάμε το απόγευμα να ξεβγάλουμε τον φίλο μας στο ταξίδι του, αλλά, κυρίως, φίλε Πέτρο, πρέπει να πάμε να ακούσουμε το λογο που ετοιμάζει για να διαβάσει σαν επιτάφιο ο ξάδελφος του αποχαιρετώντας τον με το ύφος και τον τρόπο που του  παρήγγειλε χθες, μόλις, με τον  Συμβολαιογράφο..

Ας ετοιμαζόμαστε.

 

Είχε γύρει ο ήλιος κατά τη δύση. Κόσμος πολύς και ο καιρός γλυκός. Απομεσήμερο Άνοιξης ήταν!

Αταίριαστος τέτοιος καιρός για τέτοια γεγονότα. Όμως τούτη η ανοιξιάτικη φύση με αρμονία έδενε με τη ζωή του Λακάκη. Με άνοιξη έμοιαζε το ξεκίνημα της ζωή του. Με άνοιξη, χωρίς να έρθει ποτέ η ώριμη καλοκαιριά…!.

Σταματημένος εβδομήντα οκτώ χρόνια ό χρόνος στην άνοιξη.

Σε λίγο αρχίζει η τελετή!

Σαν τέλειωσαν τα καθήκοντα του παπά, ο ξάδελφος πήγε ψηλά στον άμβωνα και είπε:

 

«Μάθαμε ότι φεύγεις και ήρθαμε σήμερα σε αυτή εδώ την τελετή τα αδέλφια σου, τα ξαδέλφια σου, οι συγγενείς ,οι συμμαθητές σου, οι φίλοι σου και πάρα πολύ άλλοι για να σου πούμε αντίο!

Ο Λόγος που θα ακούσεις δεν είναι επιτάφιος λόγος, αλλά ένα «μνημόνιο»  προς τους ουρανούς το οποίο προσυπογράφουμε όλοι, για να δικαιολογηθούμε στους εκεί επάνω και να μας κατανοήσουν που δεν μπορέσαμε, όσο ήσουν στη γη, να σε αγκαλιάσουμε και να δείξουμε την αγάπη μας, όσο θα θέλαμε!

Δεν μας βοήθησες κι εσύ ,βέβαια, αφού με τα λόγια σου και τα έργα σου στάθηκες μακριά μας και έδειχνες πως ζούσες στα σύννεφα παρά στη γη μαζί μας!

Ήσουν το πρώτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς. Εδώ στο μικρό χωριό  γεννήθηκες κι εδώ τελείωσες το δημοτικό σχολείο. Στα δώδεκα σου πήγες στη γειτονική πόλη για να μάθεις γράμματα στο εξατάξιο γυμνάσιο, ενοικιάζοντας μια ισόγεια κάμαρα τρία επί τρία χωρίς θέρμανση, χωρίς μπάνιο, χωρίς σωστή διατροφή, χωρίς άλλα πολλά!

Να οι συνθήκες που μπορούν να ξεστρατίσουν την πορεία του στόχο μας !

Μετά το γυμνάσιο πήγες για σπουδές στο πανεπιστήμιο, που εγκατέλειψες την προσπάθεια αυτή γρήγορα, παρασυρμένος από το αμερικάνικο όνειρο, που υποσχόταν πολλά σε νέους ανθρώπους!

Ακολούθησες το μεγάλο κύμα και με άλλους συνομηλίκους σου, βρέθηκες μετανάστης στην Αμερική!

Αυτά είναι τα βασικά και δεν τα παραλείπω, εξάδελφε.

Αν όμως παραλείψω να μιλήσω για την ιδιαίτερη ευαισθησία σου σε θέματα που είχαν σχέση με τον ιδιότυπο  εγγραμματισμό σου, όπως για τη γλώσσα που ήθελες να χρησιμοποιείς και την αγάπη για την ιστορία της αρχαίας πατρίδας, δεν θα μπορούσα να δώσω το προσωπικό σου στίγμα για να κατανοήσει κανείς το γιατί στάθηκε αδύνατο να προσαρμοστείς στις συνθήκες της άλλης ηπείρου και να διαχειριστείς, τόσο αδέξια, τις ευκαιρίες που είχες σε ότι είχε να κάνει με την οικονομική προκοπή σου.

Με εξουσιοδότησαν, ξάδερφε, όλοι, συγγενείς και φίλοι, να αναφέρω, τις μικρές προσωπικές ιστορίες που βίωσες ή πρωταγωνίστησες γιατί λένε, καλοπροαίρετα βέβαια, ότι αυτές είναι ενδεικτικές για το πόσο διαφορετικά σκεφτόσουν και εξηγούν γιατί σε θεωρούσαν άλλοι αιθεροβάμονα, άλλοι ιδιόρρυθμο, άλλοι αντικομφορμιστή και άλλοι απείθαρχο. Μοιραίοι χαρακτηρισμοί, αφού τέτοιοι άνθρωποι ή αλλάζουν  τον κόσμο ή συντρίβονται από αυτόν!

Να τα περιστατικά που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω:

Τα γυμνασιακά σου χρόνια τα πέρασες στη γειτονική μας πόλη που ήταν μια αυστηρά αστική κοινωνία με κατοίκους που φέρονταν υπεροπτικά προς τους μικρούς μαθητές που ανίχνευαν το αλφαβητάρι του πολιτισμού στην όμορφη αυτή πολιτεία.

Εσύ ήσουν ένας ρομαντικός, ένας ονειροπόλος, ένας ιδιαίτερος άνθρωπος που δεν θα μπορούσες να προσαρμοστείς αποδεχόμενος  υποτιμητικές λέξεις Θα σου θυμίσω ένα περιστατικό που το επιβεβαιώνει: Όταν πήγαινες, λοιπόν, στην πρώτη τάξη στο γυμνάσιο δύο- τρία εξωσχολικά «μορτάκια», σε περιγέλασαν  . Τότε εσύ κάλεσες τους δικούς σου φίλους και τους προετοίμασες για πόλεμο εναντίον τους. Άλλαξες τα ονόματα των φίλων σου, δίνοντας τους άλλα ένδοξα ονόματα από την ιστορία. Έκτορα  ονόμασες τον ένα, Αίαντα τον άλλο και συ κράτησες για τον εαυτό σου το συμβολικότερο Αχιλλέας. Στην συνέχεια τους προέτρεπες με τα ένδοξα ονόματα τους για επίθεση και έδωσες μια αρχαιόμορφη μάχη, που την θυμούνται, τώρα, όλοι και μειδιούν!

Αυτό ήταν μια άλλη αιτία που μπορεί να αφορμίσουν οι πληγές και τα ξεστρατίσματα του στόχου!

Και το τελευταίο, για να περιοριστώ σε αυτά μόνο.

Όταν το υπερωκεάνιο Πατρίς, που σε μετέφερε μετανάστη, (αφού εγκατέλειψες τις σπουδές σου) μαζί με πολλούς άλλους συνομηλίκους σου Έλληνες απομακρυνόταν από την Πατρίδα , εσύ με έξαψη μεγάλη φώναξες τα ακόλουθα λόγια, επευφημούμενος και χειροκροτούμενος από όλους: «Χαίρε μοι ώ φιλτάτη πατρίς! Χαίρε Ελλάς».

 

Αυτά είναι ενδεικτικά της ιδιαιτερότητας σου, του ύφους σου, του λόγου σου και προ πάντων του στοχασμού σου και προϊδεάζουν ότι το δικό σου κυνήγι του πλούτου στην ξενιτιά θα ήταν μια ουτοπία, μια χαμένη υπόθεση!!

Στην Αμερική οι ρυθμοί ζωής απαιτούσαν δουλειά και προσπάθεια, μακριά από την γοητεία των δικανικών λόγων του Λυσία και των Δημηγοριών του Δημοσθένη, που εσένα σε μάγευαν.

Το πολιτισμικό σοκ που ένοιωσες στην Αμερική για σένα ήταν μεγάλο!

Έμεινες μετέωρος στο κενό!

Τα επακόλουθα είναι γνωστά και πολύ επώδυνα για σένα και για μας, γι αυτό τα παραλείπω.

Αν σου ήταν δυνατό ,ξάδερφε, να κάνεις εσύ τώρα τον απολογισμό της ζωής σου σε τούτη την τελετή.

Να πεις ,δηλαδή, εσύ το στερνό σου λόγο, σαν απολογία ή σαν εξομολόγηση σε μας ή σε όποιον Άλλο σε ακούσει εκεί που πας, θα έλεγες τα παρακάτω λόγια του Καβάφη, και θα είχες κάποιο μικρό ή μεγάλο, δίκιο. Τώρα ,πια, είναι αδιάφορο!

 

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

 

Ξάδερφε, τούτο το ποίημα  ο Καβάφης δεν το έγραψε  μόνο για τον εαυτόν του και για σένα, αλλά για όλους μας.

 

Οι κανόνες της κοινωνίας θέλουν πειθαρχημένους και υποτακτικούς τους ανθρώπους μέσα στα όρια του έθους (της συνήθειας) .

Τέλεια στοιχισμένους στις ευθείες που χαράσσουν οι συνήθειες των πολλών, και πρέπει να τις μιμούνται επιδοκιµάζοντάς τις, σαν μαϊμούδες οι άνθρωποι.

Η κοινωνία, διδάσκει αδιαφορώντας για τις εξαιρέσεις .

Οι άνθρωποι, όμως, είναι τόσο διαφορετικοί, τόσο ιδιαίτεροι, τόσο γοητευτικά διακριτοί που δεν χωρούν, δεν βολεύει να χωρέσουν στα ίδια καλούπια και κυρίως, δεν μπορούν όλοι να στοιχίζονται σε μια ευθεία  όταν υπάρχουν κακοτοπιές!

Η φύση, άλλωστε, είναι μια όμορφη ποικιλία γεμάτη από ελκτικές καμπύλες, είναι γεμάτη από την αρμονία των τεθλασμένων Μαιάνδρων, είναι γεμάτη από γοητευτικές παραμορφώσεις των ζικ ζακ, που η απροσδιοριστία του θείου ή του τυχαίου δημιουργούν.

Η φύση διδάσκει κάθε πλάσμα της να ακολουθεί τους κανόνες που αυτή όρισε. Αν είναι κανείς πουλί ή ψάρι, η φύση έχει διαλέξει αν θα πετάει ή κολυμπάει.

Αν τους αλλάξουν οι άνθρωποι τις φυσικές συντεταγμένες θα πεθάνουν.

Είναι αλαζονεία και ύβρη να απαιτείς υπακοή και στοίχιση του ουράνιου τόξου µε τα ευθύγραμμα τμήματα που διαγράφουν οι κομήτες, επειδή έτσι ορίζει η κοντόθωρη προοπτική του έθους μιας κοινωνίας.

Ωστόσο, ξάδερφε, μέσα στο χωνευτήρι της κοινωνίας, η ελεύθερη, η διαφορετική, η προσωπική επιλογή έχουν κίνδυνο και ρίσκο.

Είναι σύντομη και βιαστική η πορεία της ζωής, δεν έχει χρόνο για μεταμέλεια δεν έχει χρόνο για επανορθώσεις.

Η προσοχή μας πρέπει να είναι τεταμένη για να ακούσει κανείς τους ήχους των κτιστών που περιχαρακώνουν τους ανθρώπους µε συρματοπλέγματα.

Κάλιο να βγει το µάτι παρά το όνομα. λένε. Που πάει να πει, κάλιο οι τύποι παρά η ουσία. Τους τύπους βλέπουν οι άνθρωποι, την ουσία είναι δύσκολο να την δουν. Δεν έχουν διάθεση να την μάθουν και είναι δυσερμήνευτη.

Αλλοίμονο σε όποιον κλειστεί μέσα στα συρματοπλέγματα.

Οι κτίστες αυτοί ,δηλαδή, που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά µας, οι γονείς, οι δάσκαλοι και η κοινωνία- δεν δουλεύουν µε δόλο και σιγανά, αυτοί φωνάζουν επισημαίνοντας τα άβατα εσκαμμένα.

Οι γονείς, οι δάσκαλοι και η κοινωνία βροντοφωνάζουν και θορυβούν, αλλά ποιος ακούει συμβουλές και νουθεσίες όταν η φύση ξεσηκώνει τους βουερούς βοριάδες που κουφαίνουν τα αυτιά.

Τα σήμαντρα δεν ακούγονται τότε ,όσο δυνατά και να χτυπάνε.

Αστόχαστα, χωρίς λύπη µε έκλεισαν μέσα σε τείχη, λέει µε απελπισία ο ποιητής,.

Απορεί πώς δεν πρόσεξε τους κτίστες, που τον έκλεισαν μέσα, αλλά αμέσως διορθώνει:

Δεν ήταν τίποτα για να προσέξει, όλα έγιναν όπως τα χάραξαν οι μοίρες Λάχεσις, Κλωθώ και Ατραπός.

Όταν αυτές ρίξουν κακοτυχία, κανείς δεν μπορεί να δαμάσει τα μέγα δεν μπορώ τα ακυβέρνητα, ξάδελφε!

Η πιο συμπαθητική παραδοχή μιας άνισης και άδικης τύχης.

Θα πρόσεχαν  όλοι αν μπορούσαν, γιατί αξίζει να είναι κανείς έξω από τα τείχη που τους κλείνουν, μαζί µε όλους τους ανθρώπους.

 

Όλοι οι άνθρωποι ,ξάδερφε, ζούμε και δημιουργούμε για τον έπαινο των συνανθρώπων μας.

Η θλιβερή διαμαρτυρία του ποιητή για το άδικο κλείσιµό του έξω από την αγορά των επαίνων γίνεται πιο συμπαθητική και κατανοητή αλλά προ πάντων πιο διδακτική. Όταν λέει:

«Χωρίς περίσκεψιν µ’ έκλεισαν από τον κόσµον έξω»

Δηλαδή, χωρίς να µε ρωτήσουν αν έχω φτερά, µου είπαν να πετάξω

 

Το δίδαγµά όλων αυτών μου φαίνεται, ξάδελφε ότι είναι τούτο και έχει αποδέχτες τα αυτιά όλων µας:

«Όλοι μας πρέπει να μάθουμε να σεβόμαστε τις ατομικές διαφορές των ανθρώπων µε τις ποικίλες νοημοσύνες τους, µε τις ποικίλες ικανότητές τους και προπάντων µε τις ποικίλες πανίερες διαφορές τους.

Να μάθουμε όλοι οι άνθρωποι ότι: «Φτερά βγάζουν και πετούν μόνο όσοι αγαπήθηκαν»

 

Εσύ άραγε, ξάδερφε, έβγαλες φτερά να πας πετώντας στους ουρανούς;

Δεν ξέρω αν πήγες πετώντας στους ουρανούς.

Ξέρω, όμως, ότι τώρα, που βασίλεψε ο ήλιος και ήρθε το σκοτάδι, κάποια νύχτα, θα κατέβεις και θα χαρείς πολύ, καθώς θα ακούς την μελωδία της αγάπης μας που σου έγραψα  σε τούτον τον επίλογο!

Και τότε, ίσως, καταλάβεις ότι δεν έλειπε η αγάπη μας για σένα, αλλά η σιγαλιά της νύχτας έλειπε που δεν σε άφηνε να την ακούσεις!!

Τότε στάσου να αφουγκραστείς και τη συγγνώμη μας

Και, ίσως σου γιάνουν τα φτερά και πετάξεις!

Ποιος ξέρει!!!

Στο καλό ξάδελφε!!!!

25 Απρίλη 2014

Α.Β.Κ. εξάδελφος από μητέρες.