Φυγάδες στην άκρη του Ταινάρου

Το είχα υποσχεθεί, το είχα τάξει στον παππού μου.

Το είχα υποσχεθεί αν και ήμουν μικρός τότε, δέκα μόλις χρονών ,το πολύ, γιατί μετά τα δέκα μου δεν ζούσε ο παππούς μου για να του υποσχεθώ τίποτα Έφυγε νωρίς  ο παππούς πριν καλά-καλά γεράσει .

-Να πας να δεις το φάρο στο Ταίναρο, σαν μεγαλώσεις και ησυχάσουν τα πράγματα. Να μάθεις τί απόγιναν εκείνοι οι βοσκοί που με βοήθησαν να σώσω δυο νέους ανθρώπους. στρατιώτες της μεγάλης Βρετανικής αυτοκρατορίας!.

-Θα πάω παππού, όταν μεγαλώσω, του έλεγα, αλλά έλα ,τώρα, ξαναλέγε μου την ιστορία να την μάθω καλύτερα. Έτσι τον ξεγέλαγα-έτσι νόμιζα-κάθε φορά για να ξανακούσω την ηρωική του πράξη και ο παππούς, άλλο που δεν ήθελε, ξανάρχιζε να διηγείται την ιστορία του, σαν να το έκανε για πρώτη φορά και πάντα όλο και θυμόταν και καμιά νέα μικρολεπτομέρεια που την είχε ξεχάσει.

Τον ένοιωθα ήρωα, τον παππού μου, ισάξιο με τους ήρωες που μέχρι τότε είχα μάθει στο σχολείο, τον Ηρακλή, τον Θησέα, τον Αχιλλέα και προ πάντων τον σύγκρινα με τον Οδυσσέα που ξεγελούσε τους εχθρούς, σαν τον παππού μου.

Μια μέρα τον ρώτησα με την βεβαιότητα ότι θα πάρω την απάντηση που πίστευα.

-Παππού, αν ήταν σήμερα οι παλαιοί ήρωες, ο Ηρακλής με το ρόπαλό του , ο Θησέας με το σπαθί του, ο Αχιλλέας με το μακρύ κοντάρι του και συ με το πολυβόλο ποιος θα νικούσε.

-Ο Θησέας με το σπαθί του θα νικούσε τον Ηρακλή με το ρόπαλο, ο Αχιλλέας με το μακρύ κοντάρι του θα νικούσε τον Θησέα και εγώ με το πολυβόλο τον,  Αχιλλέα.

-Είσαι μεγαλύτερος ήρωας παππού εσύ από αυτούς ;

-Όχι!

-Μα αφού τους νικάς!

-Ήρωας δεν είναι όποιος νικά, αλλά εκείνος που τον θαυμάζουν και τον αγαπούν περισσότερο οι άνθρωποι. Εκείνους τους θαυμάζουν και τους αγαπούν πολλοί. Εμένα με αγαπάς εσύ και λίγοι άνθρωποι μόνον που ξέρουν την ιστορία μου. Δεν είσαι ήρωας σαν σε ξέρουν τόσοι λίγοι!

-Θα την πω σε όλο τον κόσμο να σε μάθουν να γίνεις ήρωας και συ παππού, αν την μάθω καλά την ιστορία σου. Ξαναπές μου την!

Κατεργαράκο, μου έλεγε ξεγελάς τον παππού σου με υποσχέσεις, αλλά μου αρέσει έτσι να με ξεγελούν! Άκουσε την ξανά.

Την είχα χιλιοακουσμένη την ηρωική ιστορία του παππού μου . Ήταν η αγαπημένη μου ιστορία. Ήταν δική μου, κατά δική μου ιστορία, όπως και ο παππούς μου!

Έτσι ξεκίνησα την ομιλία μου, όταν καλεσμένος, μαζί με πολλούς άλλους, ιστορικούς. λαογράφους και «φιλίστορες» (εγώ ανήκα στους τελευταίους), από τον ιστορικό και μορφωτικό σύλλογο της Κοινότητας Κυνηγού, του δήμου Πύλου-Νέστωρος, να παρουσιάσουμε τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα, τα άγνωστα κυρίως, που  συνέβησαν κατά την διάρκεια της ιταλό-γερμανικής κατοχής και συνδέονται άμεσα με την ευρύτερη περιοχή της Πύλου.

Ήταν μια αξιέπαινη προσπάθεια του ιστορικού και μορφωτικού συλλόγου να οργανώσει αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα ημερίδα και επιτυχής πολύ ,αφού στο πάνελ των ομιλητών συμμετείχαν πολλοί και παρουσιάστηκαν πολλά άγνωστα ιστορικά τοπικά συμβάντα και έγιναν νηφάλιες κριτικές για τα γνωστά  γεγονότα  της περιοχής που……… πονούν πολύ και …….πολλούς.

Θα μου επιτρέψετε, κυρίες και κύριοι, είπα, μετά την σύντομη εισαγωγή. να σας διηγηθώ την ιστορία του παππού μου. Μια ιστορία με πατριωτικό και κοινωνικό νομίζω, ενδιαφέρον.

Βρισκόμαστε στις αρχές της άνοιξης του 1941. Είχε σταλεί, όπως γνωρίζετε, στην Ελλάδα βρετανικός στρατός να βοηθήσει στον πόλεμο που κάναμε εναντίον των Ιταλών και Γερμανών. Μα, ήδη ,ήταν πολύ αργά γιατί σε λίγες μέρες το μέτωπο κατέρρευσε και όλη η Ελλάδα βρέθηκε κάτω από την γερμανική και Ιταλική κατοχή.

Πολλοί από τους στρατιώτες αυτούς της βρετανικής αυτοκρατορίας που είχαν έρθει, όπως είπαμε, για να πολεμήσουν στην Ελλάδα τους ιταλούς και γερμανούς αποκόπηκαν στην Πελοπόννησο και δεν είχαν ασφαλή οδό διαφυγής για τη Μέση Ανατολή. Έτσι μέσα στη δίνη του πολέμου, προχωρώντας κρυφά τις νύχτες προσπαθούσαν να σωθούν από  τα γερμανικά  και Ιταλικά στρατεύματα. Δυο από αυτούς τους στρατιώτες έφτασαν στα χωριά της Πύλου, στη Νότια Πελοπόννησο, ψάχνοντας μήπως και βρουν τρόπο να περάσουν  σε ελεύθερα μέρη της Αφρικής.

Ο ένας ήταν ο Τζων από την Νέα Ζηλανδία και ο άλλος ο Νικόλαος Τομπάζης ένα από τα καμάρια της Κύπρου, τα παλληκάρια εκείνα που ζήτησαν εθελοντικά να καταταγούν στο σώμα που δημιουργήθηκε στην άγγλο-κρατούμενη τότε Κύπρο και ήρθε στην Ελλάδα να πολεμήσει. ¨Ήταν και οι δυο νέα παιδιά.

Η αγωνία τους ήταν μεγάλη για τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, γιατί οι κατακτητές απειλούσαν με μεγάλα αντίποινα ολόκληρα χωριά αν δεν κατέδιδαν ή πολύ περισσότερο, αν παρείχαν διευκολύνσεις, με άσυλο, τροφή και τα λοιπά, σε ξένους στρατιώτες.

Καθώς περιφέρονταν σαν τα αγρίμια από λόγγο σε λόγγο, από ερημιά σε ερημιά, αλλά πάντα σε μέρη που ήταν κοντά στη θάλασσα, κατέληξαν για «καλή τους τύχη» στα δασωμένα, κοντοβούνια του χωριού Κυνηγού. Στο «καλή τους τύχη;;» βάζω  εισαγωγικά και ερωτηματικά, γιατί η γνωστή σοφή Σολώνεια ρήση λέει: «μηδένα προ του τέλους μακάριζε»

Μέσα από το λόγγο που κρύβονταν είδαν αρκετά μακριά τους να κόβει ξύλα ένας νεαρός χωρικός, ο Σπύρος . Ήταν μόνος και αποφάσισαν να παρουσιαστούν οι δυο ξένοι στρατιώτες, ράκη σωστά και να του ζητήσουν βοήθεια.

Εκείνος  τους δέχτηκε με πολύ καλή διάθεση, τους έδωσε θάρρος και τους καθησύχασε. Τους έδωσε λίγο ψωμί και νερό που είχε και τους συμβούλεψε να ξανά-κρυφτούν.

Τότε έπεσε σε μεγάλη περισυλλογή. Τον βασάνιζε η σκέψη για το τι πρέπει να κάνει; Πώς πρέπει να ενεργήσει για να μπορέσει να βοηθήσει, αλλά και να αποφύγει τη θανάσιμη απειλή των γερμανό-ιταλών.Σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια, αλλά από ποιον;.

Τις δύσκολες αυτές  στιγμές θεώρησε ότι ο πιο κατάλληλος να βοηθήσει στην περίπτωση αυτή ήταν ο παππούς μου, ο μπάρμπα Θοδωράκης όπως τον έλεγαν, που του είχε εμπιστοσύνη, γιατί έδινε πατριωτικό κουράγιο στους ‘Έλληνες φαντάρους που γύριζαν από το μέτωπο της Αλβανίας.

-«Είστε νικητές», έλεγε στους φαντάρους μας, που έβλεπε να επιστρέφουν αξύριστοι, ψειριασμένοι και κατηφείς από το μέτωπο.

Ο παππούς μου, επιπλέον, ήξερε και εγγλέζικα μια και ήταν δέκα επτά συνεχή χρόνια μετανάστης στην Αμερική. Τον παππού μου σκέφτηκε ως το πιο κατάλληλο ,ικανό ,θαρραλέο και εχέμυθο πρόσωπο που πρέπει να εμπιστευτεί και να ζητήσει  βοήθεια. Άλλωστε στην Αλβανία πολέμησε και  ο πατέρας μου , ο γιος του παππού μου, που γύρισε  τραυματισμένος ελαφρά από το μέτωπο. Για όλα αυτά θεώρησε τον  παππού μου ως το πιο έμπιστο πρόσωπο με πατριωτικά αισθήματα και σε αυτόν αποφάσισε να πάει .

 

Ο Σπύρος είπε στους δύο ξένους στρατιώτες να περιμένουν εκεί στην κρυψώνα του λόγγου .και αυτός πήγε στο χωριό να ζητήσει βοήθεια

Σαν ήρθε στο χωριό βρήκε τον παππού μου και του είπε τα καθέκαστα. Το βράδυ όταν έπεσε το βαθύ σκοτάδι πήγαν στο χωράφι και με προσοχή τους έφεραν στο σπίτι του παππού μου ,στο σπίτι μας, στο χωριό. Τους έδωσαν φαγητό και τους έστρωσαν να κοιμηθούν.

Το ίδιο βράδυ τα μεσάνυχτα ο παππούς μου κάλεσε αμέσως τον Γεώργιο Κ. και τον Γεώργιο Τ. ,στο σπίτι μας, ανθρώπους εμπιστοσύνης και με κύρος στο χωριό και παρουσία του πατέρα μου και του Σπύρου ,τους μίλησε για τους δυο στρατιώτες και την ευθύνη που πρέπει να πάρουν, όλοι μαζί, για να τους προστατέψουν.

Συμφώνησαν όλοι ότι θα φροντίσουν τους στρατιώτες και θα προσπαθήσουν να τους φυγαδεύουν με ασφάλεια. Συμφώνησαν επίσης, να το κρατήσουν μυστικό  όσο καλύτερα μπορούσαν, γιατί τώρα πια, περισσότερο κινδύνευαν αυτοί παρά οι ξένοι στρατιώτες που προστάτευαν, αν οι Γερμανοί και Ιταλοί τους ανακάλυπταν!.

Φρόντιζαν όλοι να βρεθούν όλα όσα ήταν απαραίτητα, ρούχα και λοιπά, αλλά, κυρίως να βρεθούν οι κατάλληλοι κρυψώνες.

Την ευθύνη της φύλαξης αλλά και τον κίνδυνο τα πήρε «επάνω του» ο παππούς μου. λέγοντας σε όλους;

-Είμαι γερός εγώ, τώρα πια, -ήταν μόλις πενήντα τριών ετών- εσείς είστε νέα παλληκάρια και έχετε νέες γυναίκες και μικρά παιδία. Αν μας ανακαλύψουν εγώ θα πάρω την ευθύνη, εσείς δεν ξέρετε τίποτα. Να το θυμάστε αυτό!

Έκρυψε τους δύο στρατιώτες αρχικά στο υπόγειο του σπιτιού μας αρκετό καιρό, μέχρις ότου κάτι παιδιά παίζοντας μπήκαν στην αυλή μας και κάτι είδαν και κατάλαβαν. Τότε τους μετάφερε μια νύχτα σε ένα ερημικό εξώσπιτο που πρόσφερε ο πατέρας ενός έλληνα στρατιωτικού γιατρού, αλλά και εκεί έκατσαν δυο μόνο  μήνες, μέχρι που ένας περιπλανώμενος τσοπάνος πέρασε από εκεί και κάτι υποψιάστηκε με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ψίθυροι και ερωτηματικά. Τους πήρε και από κει και πήγαν  σε ένα απομακρυσμένο ξωκλήσι, αλλά και εδώ πάλι προβλήματα.

Δυο κοπέλες ένα  χειμωνιάτικο απόγευμα πήγαν  να ανάψουν τα καντήλια στο ξωκλήσι, μα δεν άναψαν μόνο τα καντήλια αλλά και φωτιές σε αυτές και τους δυο ξένους. Δεν θα πω για την ομορφιά των δυο κρυφών ειδυλλίων των νέων παιδιών, γιατί δεν μου μίλησε ο παππούς μου για αυτό. Αν και το έμαθα, από τη δηλητηριώδη βουή του κουτσομπολιού των αργόσχολων- πολύ αργότερα- που διέστειλαν από στόμα σε στόμα ένα μικρό αθώο φλερτ που παίχτηκε με τα μάτια μόνο , σε ένα τεράστιο βόθρο ακολασίας.

 

Κατάλαβε ο παππούς μου ότι ο κίνδυνος γινόταν ορατός και κανένας δεν ένοιωθε ασφαλής.

Είχαν περάσει οκτώ εφιαλτικοί μήνες παράνομης φύλαξης, και οι Ιταλοί και Γερμανοί απειλούσαν με ξεκλήρισμα οικογένειες και χωριά. Άρχισαν να κάνουν συχνές έρευνες στο χωριό για ξένους στρατιώτες Το μυστικό άρχισε να μην είναι τόσο μυστικό.

Οι αντιστασιακές οργανώσεις, που θα μπορούσαν να παράσχουν ασφαλέστερη προστασία δεν είχαν ακόμη σχηματιστεί στην Ελλάδα.. Ο κίνδυνος καθημερινά μεγάλωνε, γιατί μερικοί Έλληνες είχαν φιλικές σχέσεις με τους γερμανούς ή ήταν πολύ φοβισμένοι από τους Γερμανούς  ή και το ακόμη πιο επικίνδυνο, ορισμένοι είχαν κακότητα για τους συγχωριανούς και κάποιος μπορούσε να κάνει καταγγελία για εκδίκηση.

Στους οκτώ μήνες είχαν συμβεί πολλά άλλα μικροεπεισόδια. Αρρώστησε από πνευμονία ό ένας από τη Νέα-Ζηλανδία στρατιώτης και αφού τον έφεραν για λίγες μέρες στο σπίτι κάλεσαν από την πόλη γιατρό. Τότε συμβούλεψαν τον άρρωστο, για να μην γίνει αντιληπτός να παριστάνει τον κωφάλαλο. Φεύγοντας ο γιατρός είπε, με νόημα: Εγώ είμαι γιατρός για όλο τον κόσμο και γι αυτό  είμαι καλός γιατρός. Αν κάνει ο ασθενής ότι σας είπα να του πείτε ότι σύντομα θα γίνει καλά και θα μιλήσει κιόλας. Όλοι κατάλαβαν ότι κατάλαβε ο γιατρός.

Παρόμοια περιστατικά συνέβησαν πολλά.

 

Τα πράγματα έγιναν πολύ επίφοβα αλλά και οι δυο στρατιώτες ήθελαν έστω και με ρίσκο να προσπαθήσουν να περάσουν μέσω Κρήτης στη Μέση Ανατολή.

Τελικά όλοι μαζί, οι δυο ξένοι στρατιώτες ο παππούς μου και οι μυημένοι στο μυστικό ,ο  Σπύρος, οι δύο Γιώργηδες και ο πατέρας μου αποφάσισαν ότι πρέπει να βρουν τρόπο να φύγουν με ασφάλεια οι ξένοι.

Το σχέδιο διαφυγής θα το οργάνωναν οι δυο στρατιώτες και ο παππούς. Κανένας άλλος δεν θα ήξερε το σχέδιο που ετοίμαζαν για να μην προδοθούν.

Το σχέδιο ήταν το εξής: Θα έκλεβαν μια βάρκα από το ψαροχωρι Φοινικούντα και με προμήθειες φαγητού  δέκα ημερών  (φρυγανισμένο ψωμί, λάδι  ξερή μυζήθρα και νερό σε φιάλες) και μια βαριά κουβέρτα για το κρύο ο καθένας  θα προσπαθούσαν οι δυο στρατιώτες και ο παππούς μου μαζί , κωπηλατώντας τις νύχτες, να περάσουν από Φοινικούντα  στον κάβο Ματαπά  και από κει ανάλογα με τις συνθήκες να πάνε  στα Κύθηρα ,στα Αντικύθηρα και από κει στη Γραμβούσα  Κρήτης.

Σκέφτηκαν  ότι  καλό θα ήταν να είχαν και ένα πολεμικό  όπλο για ώρα ανάγκης. ‘Όλα  τα αναγκαία θα τα έβρισκε ο παππούς , όπως και τα βρήκε και να πώς;

Εκείνο τον καιρό οι Ιταλοί έπαιρναν με επίταξη εργάτες, πληρώνοντας τους το μεροκάματο, για να φτιάξουν ένα μικρό στρατιωτικό δρόμο στο βουνό. Σε μια τέτοια επίταξη προσφέρθηκε εθελοντικά να πάει και ο παππού μου.

-Πόσο χρόνων είσαι τον ρώτησε  ο  επικεφαλής Ιταλός

-Πενήντα τριών  χρονών τους είπε.

Τον δέχτηκαν και καθώς είδαν ότι έχει κύρος και τον σέβονταν οι νεώτεροι.τον όρισαν μάλιστα αρχιεργάτη και συντονιστή των εργατών.

Ο παππούς μου παρατήρησε τον αφρόντιστο τρόπο που οι ιταλοί φύλαγαν  τα όπλα και τα πυρομαχικά τους. Μια μέρα, καθώς δούλευαν, ο παππούς μου με πρόφαση ότι πάει να δει το γιατρό πήρε στα χέρια το σακάκι του  και καθώς περνούσε δίπλα από ένα όπλο και ένα κιβώτιο με σφαίρες , που είχε εντοπίσει από το πρωί, έριξε το σακάκι του βιαστικά και επιδέξια επάνω  τους καθώς περνούσε, έτσι που να σκεπαστούν και να μην φαίνονται και συνέχισε να πηγαίνει για το γιατρό.

Αργότερα, κάποια στιγμή κατάλληλη, πήγε και πήρε το σακάκι του, αλλά μαζί  με το σακάκι, πήρε  και ότι ήταν κάτω από αυτό και τα έκρυψε προσωρινά σε κάτι παρακείμενους θάμνους. Οι Ιταλοί έψαξαν για το όπλο και τις σφαίρες και έριχναν ευθύνες ο ένα στον άλλο. Δεν υποψιάστηκαν τους εργάτες γιατί  δούλευαν πολύ μακριά από το μερος που χαθηκαν τα πυρομαχικά..Το ίδιο βράδυ ο παππούς μου με κίνδυνο μεγάλο έφερε το όπλο και τις σφαίρες στο χωριό. Το όπλο που χρειάζονταν, έτσι το εξασφάλισε, με τόση επικινδυνότητα!!

Τώρα πρέπει να βρει τη βάρκα. Καβάλησε τη φοράδα του και  προσποιούμενος τον έμπορα τομαριών(δερματων), πήγε στην Φοινικούντα και εντόπισε την κατάλληλη βάρκα που θα έκλεβαν. Επέστρεψε την ίδια μέρα. Την ίδια βραδιά ξεκίνησαν μυστικά και αθόρυβα ο παππούς μου και  οι δύο ξένοι στρατιώτες. Δεν αποχαιρέτησαν κανέναν, γιατί κανείς δεν ήξερε τίποτα για το ταξίδι εκτός του παππού!

Μετά από ποδαρόδρομο δέκα πέντε χιλιομέτρων και με το βάρος των προμηθειών έφτασαν μετά από τρεις ώρες στην Φοινικούντα.

Ήταν Αλκυονίδες ημέρες, η θάλασσα λάδι και το φεγγάρι έκανε την νύχτα ήμερα .Τα μεσάνυχτα έκλεψαν τη βάρκα και ανοίχτηκαν σιγά σιγά κωπηλατώντας εναλλάξ όλη την νύχτα και εναλλάξ λαγοκοιμόντουσαν Την άλλη μέρα το πρωί κατά τις εννέα η ώρα έφτασαν στην άκρη της άκρης του ακρωτηρίου Ταινάρου, κοντά στο φάρο του κάβο Ματαπά. Έκρυψαν τη βάρκα όπως μπορούσαν και βγήκαν να κατασκοπεύσουν το μέρος .Ο παππούς είδε λίγο μακριά ένα βοσκό και τον πλησίασε προσεκτικά να πάρει πληροφορίες. Ο βοσκός κατάλαβε τι συμβαίνει και του λέει:

-Έχεις κρυμμένους στρατιώτες, πατριώτη;

Ο παππούς δίστασε λίγο και αυτός συνέχισε.

-Μην ανησυχείς, ήρθες στο κατάλληλο μέρος. Εδώ είναι ελεύθερη Ελλάδα δεν καταδέχονται τα βράχια της Μάνης οι εχθροί μας. Λέγε  έχεις κρυμμένους στρατιώτες;

-Ναι, είπε ο παππούς ,έχω δυο, εδώ πιο κάτω.

-Που σκοπεύατε να πάτε;

-Στα Κύθηρα και από κει στα Αντικύθηρα και μετά στην Κρήτη!

-Δεν θα χρειαστεί! Τώρα  θα αναλάβει ο κατάλληλος άνθρωπος..

-Ποιος;

-Βλέπεις την καλύβα εκεί επάνω ψηλά στο εκκλησάκι; Είναι των Άγιων Ασωμάτων. Πήγαινε να βρεις τον ψυχογιό μου κι θα καταλάβεις τι σου λέω!

Ο παππούς φώναξε τους δυο στρατιώτες να έρθουν κοντά του και οι τρεις μαζί πήγαν  στην καλύβα.

Εκεί τους  καλωσόρισε  ένας λεβεντόκορμος  κακοντυμένος βοσκός. Σαν είδε και άκουσε ο βοσκός για ποιο θέμα βρέθηκαν εκεί τους αποκαλύφτηκε. Ήταν ένας νεαρός αξιωματικός που ήταν τοποθετημένος εκεί για κάποιο σκοπό από το Ελληνικό αρχηγείο  του ελεύθερου στρατού μας στη Μέση Ανατολή.

Ήταν μεταμφιεσμένος σε βοσκό και σκοπός του ήταν να βοηθάει όσο μπορούσε τους κατατρεγμένους ξένους στρατιώτες και τους έλληνες αξιωματικούς που θελαν να πάνε να πολεμήσουν στη Μέση Ανατολή.

Το Ταίναρο ήταν ή κοντινότερη άκρη της Πελοποννήσου προς την Κρήτη.

-Η αποστολή σου ,πατριώτη, είπε  στον παππού μου, τελειώνει εδώ! Από εδώ και πέρα αναλαμβάνει η πατρίδα.

Οι δυο στρατιώτες ,χαρούμενοι ,χαιρέτησαν στρατιωτικά.

 

-Με τί ήρθατε εδώ ρώτησε ο αξιωματικός;

-Με βάρκα που κλέψαμε από την Φοινικούντα

Ο αξιωματικός κούνησε το κεφάλι του.

-Είναι επικίνδυνο να επιστραφεί η βάρκα και εσύ, είπε του παππού μου, θα επιστρέψεις με τα πόδια!

-Ποιο είναι το όνομά σου, λεβεντόπαιδο, ρώτησε τον νεαρό αξιωματικό ο παππούς μου

-Ψυχογιό με φωνάζουν βρε λεβεντόγερε, είπε γελώντας ο αξιωματικός και αμέσως ο παππούς μου συμπλήρωσε.

-Είσαι ο κανένας σαν να λέμε.

-Ακριβώς! Πρέπει να φύγεις τώρα. Αν ρωτηθείς, πώς από τούτα τα μέρη; Να έχεις μια δικαιολογία.

-Θα πω ότι ψάχνω στη Λάγια Μάνη να βρω τομάρια από λάγια αρνιά ,είπε γελώντας ο παππούς μου. Έτσι λένε τα μαύρα πρόβατα, λάγια, και την άγονη, πετρώδη και αχώματη Μάνη στην άκρη του Ταινάρου λάγια την λένε.

-Δεν στερεύει το μυαλό των ελλήνων, είπε ο αξιωματικός, να φτιάχνουν δούρειους ίππους με λάγια αρνιά. Και απλώνοντας το χέρι στον παππού μου είπε:

-Καλό σου ταξίδι!.

-Και συ να χιλιάσεις τα κοπάδια σου, του αντευχήθηκε, γελώντας ο παππούς.

-Μακάρι βρε γέρο-παλληκάρι!

-Μα προπαντός κύριε «Κανένα» να βάλεις το δαυλί στο μάτι του «κύκλωπα»!!!

Μειδίασε ο αξιωματικός.

Ύστερα αποχαιρέτησε τους δυο στρατιώτες, που έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά, λέγοντας τους στα εγγλέζικα:

I get wled to complain. So please write to my

(-Είμαι πολύ παραπονιάρης, να μου γράφετε!)

Μετά πολύ σοβαρός ,σχεδόν απειλητικός, λέει στους δυο στρατιώτες

-Don’t count the complaints of atn old man

But you must know that in the chapel you have signed contracts giving promises.

Ant giving promises is good

But promises include obligation, as well

(-Τα παραπόνα ενός γέρου μην τα λογαριάζετε.

-Αλλά να ξέρετε στο ξωκλήσι υπογράψατε με τα βλέμματά σας συμβόλαια με υποσχέσεις.

-Oι υποσχέσεις είναι καλές.

Αλλά έχουν και υποχρεώσεις!

Οι Δυο στρατιώτες, κάτι είπαν μεταξύ τους σύντομα και σοβάρεψαν.

Έπιασαν και οι δυο το στήθος τους και είπαν:

– You know you  keep our hearts, down there in the village. Wait fou us

(-Τις καρδιές μας τις κρατάτε εκεί κάτω στο χωριό.

-Να μας καρτεράτε!)

Τους αγκάλιασε και τους  φίλησε

 

Εδώ τελείωνε την ιστορία του ο παππούς μου κι εγώ μέχρι εδώ την ξέρω!

Δεν πήραμε ποτέ γράμμα ή είδηση από τους δύο στρατιώτες, Ακολούθησαν δέκα μαύρα χρόνια.

Χρόνια που πονούν πολύ και πολλούς!

 

 

 

Άργησα όμως πολύ και εγώ να κάνω ότι είχα τότε υποσχεθεί στον παππού μου..

Δυσκολίες με εμπόδιζαν να πάρω την μεγάλη απόφαση! Να πάω στον κάβο Ματαπά, στο Ταίναρο, στο φάρο, εκεί που γράφτηκε ο επίλογος της ιστορίας του παππού μου!

Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, και, επιτέλους το περσινό καλοκαίρι  παρέα με μια συντροφιά από φίλες και φίλους ξεκινήσαμε για το προσκύνημα στον κάβο – Ματαπά.

Ήταν αρχές Αυγούστου. Ένα δειλινό από εκείνες τις ημέρες, βρεθήκαμε στο Ταίναρο. Στην άκρη του. Εκεί στο τελευταίο χωριό τα Κοκκινάγεια λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος.

Δεν θα κάνω περιγραφή του τοπίου και της αίσθησης που μου προκάλεσε, γιατί εδώ στο Ταίναρο, μου είπε ένας βοσκός που βρήκαμε εκεί, ο τόπος από πολύ παλιά έχει αυτιά και ακούει και δεν του αρέσουν οι υπερβολές. Έτσι μου κόπηκε η διάθεση να τα πω εντυπωσιακά όπως τα αισθάνθηκα όταν είδα τα μέρη αυτά και κυρίως τα αρχαία ερείπια του ναού, τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά δάπεδα και τον πετροκτιστό θαυμάσιο φάρο. Δεν τον πίστεψα τον βοσκό αλλά δεν θέλω να τον αμφισβητήσω γιατί μας είπε ιστορίες που επιβεβαιώνουν ότι έχει ωτακουστές το Ταίναρο και καταδότες από τα παλιά τα χρόνια.

Ο βοσκός ήταν ένας γαλήνιος άνθρωπος σαν καλόγερος, απομονωμένος σε μια σκήτη-καλύβα, κοντά στον ερειπωμένο ναό του Ποσειδώνια στην άκρη του Ταινάρου και φύλαγε μερικές κατσίκες.

 

Αλλά πρέπει να πιάσω το νήμα από την αρχή για να μάθετε  γιατί φτάσαμε τόσο αργά με τα ηλιοβασιλέματα στο ακρωτήριο και πως βρήκαμε τον βοσκό.

Μετά την Καλαμάτα και συγκεκριμένα από το χωριό βέργα ξεκινά ο γραφικός δρόμος που διασχίζει τους πρόποδες στα δυτικά του Ταΰγετου μέχρι κάτω στη Βάθεια . Μια απόσταση 120 χιλιόμετρων με άπειρες στροφές και πολλές διελεύσεις μέσα από πανέμορφα χωριά που δεν μπορείς να μην σταθείς να τα θαυμάσεις πίνοντας αναψυκτικό ή καφέ ή τσικουδιά στα πεντακάθαρα μικρά καφενεία τους. Ο δρόμος σχεδόν πάντα κοντά στην θάλασσα με τις άγριες και απότομες ακτές της . Δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα να διασχίσει κανείς τον Ταΰγετος γι αυτό άλλωστε κρατούσε μακριά τους εχθρούς και έκρυβε τους φίλους.

Μετά από πολλές στάσεις στο δρόμο μας, στα καφενεία του Κάμπου , του Νομιτσή, του Πύργου Διρού, και Βάθειας φτάσαμε τελικά στα τελευταία χωριά της Μάνης, στο Αχίλλειο πρώτα και μετά στο Πόρτο Κάγιο, στο Μαρμάρι και τέλος στο τελευταίο των τελευταίων τα Κοκκινάγεια. Παντού ρωτούσαμε, σε όλες τις στάσεις μας, αν υπάρχει κάποιος από τους παλιούς βοσκούς και λέγαμε για ποιο λογο τους γυρεύουμε.

Μας έδειξαν κάτω κατά το Φάρο και είπαν :

«Εκεί είχε κάποιους βοσκούς παλιά εκεί να πάτε»

Αφήσαμε τα αυτοκίνητα γιατί ο δρόμος από εκεί και πέρα είναι μόνο μονοπάτια και ξεκινήσαμε για το φάρο. Δεν υπήρχε ψυχή, κανείς, ερημία. Ένα κενό σαν το κενό της οθόνης του σινεμά όταν τελειώνει το έργο. και αφήνει  ατέλειωτη μια ιστορία χωρίς την συνέχεια της.

Ένα κενό που διαστέλλει τη φαντασία να κάνεις υποθέσεις αβάσιμες και σκιαχτερές για το τέλος τούτης της μικρής ιστορίας που διηγούμαι.

Η μεγάλη ιστορία δεν προφταίνει να καταγράψει τα μικρά επώνυμα επεισόδια σαν αυτό. Ασχολείται με τον θρήνο της ανθρωπότητας που έχασε  80.000.000 ανθρώπους για να μπορέσει να γίνει ο μέγιστος των πολέμων τούτος ο πόλεμος.

 

Θα είχαμε βαδίσει ένα χιλιόμετρο ίσα κατά το φάρο όταν βλέπουμε μπροστά μας δυο τρεις κατσίκες και ένα βοσκό.

-Τι ζητάτε εδώ παιδιά στην άκρη του κόσμου; μας είπε καλωσορίζοντάς μας εγκάρδια.

-Ψάχνω να βρω τα ίχνη μιας ιστορίας του είπα!

-Εδώ θα βρείτε πολλά ίχνη αν είστε καλοί κυνηγοί!

-Κυνηγοί ήμαστε, αλλά καλοί κυνηγοί θα γίνουμε αν μας βοηθήσεις!

Πώς; είπε με ενδιαφέρον.

Να, ψάχνω να βρω μια οικογένεια βοσκών που ζούσε εδώ στον πόλεμο και είχε έναν ψυχογιό που φύλαγε, τάχα, τα πρόβατα, ένα ψευτο-ψυχογιό, έναν αξιωματικό, που έκανε τον ψυχογιό του βοσκού για να…..

Ο ερημίτης αιγοβοσκός, που έβοσκε τις κατσίκες του-θα σας πω στην συνέχεια γιατί τον λέω έτσι-έμεινε με το στόμα ανοιχτό!

Μου έκανε νεύμα με το χέρι να σταματήσω.

-Ξέρεις τι μου λες άνθρωπε τώρα!

-Τί;

-Ότι με ψάχνεις να με βρεις χωρίς να με ξέρεις!!!

-Γιατί το λες αυτό;

-Εγώ είμαι τι παιδί των βοσκών και ο αξιωματικός ο ψευτο -ψυχογιός στο καλύβι μας ζούσε στην μοναδική καλύβα βοσκών του Καβο Ματαπά

Τον αγκάλιασα και τον φίλησα.

-Σας ξέρω όλους καλά από τις διηγήσεις του παππού μου, του είπαν, πόσο καλοί άνθρωποι είσαστε! Πόσο φιλόξενοι! Πόσο πατριώτες! Πόσο πολύ βοηθήσατε ανθρώπους να σωθούν, φυγαδεύοντας τους από εδώ για την Κρήτη και τη Μέση Ανατολή………….

Ο βοσκός άκουγε με σκυμμένο κεφάλι  και καθώς μιλούσα με σταμάτησε πάλι με ένα ερωτηματικό νεύμα.

-Ποια ιστορία είναι η δική σου, λέγε, γιατί έχω ζήσει πολλές!

Ο παππούς μου έφερε εδώ στις αρχές του 1942 δυο ξένους στρατιώτες και βρήκε εδώ μια οικογένεια βοσκών και έναν  αξιωματικό οι οποίοι……

-Όχι, όχι, όχι,, όχι, όχι έτσι, σε παρακαλώ!

Ξαφνιάστηκα.

-Όχι έτσι ! Όχι έτσι! Δεν θέλω να ακούσω αυτά που ξέρω. Θέλω όλη την ιστορία από την αρχή με λεπτομέρειες ,κυρίως, με τις λεπτομέρειες που μέσα τους κρύβονται οι αλήθειες, γιατί με γενικές γραμμές και λίγες λέξεις βιαστικά, όλα ίδια φαίνονται  και όλοι ίδιοι είμαστε!

-Βοσκός είναι τούτος, αναρωτήθηκα μέσα μου;

-Εδώ, όπως βλέπεις, ούτε όλοι έρχονται, ούτε όλα ίδια είναι.

-Το βλέπω ,ψιθύρισα..

-Αλλιώς πέστα, λοιπόν, σαν θες να ακούσω.

-Πώς;

-Βάλε χρώμα, βαλε τόνο, βαλε ψυχή, όχι βιασύνη να χωρέσουν όλα με το  «νι και με το σι»!

-Μήπως σε κουράσω;

-Τούτες δεν είναι ιστορίες που κουράζουν είναι προσευχές, ψίθυροι  ψυχής, είναι έπη μικρά. Μικρά αλλά έπη!!

-Ξανάρχισα να λέω από την αρχή την ιστορία. όπως μου υπόδειξε με ζωντάνια με συγκίνηση με λεπτομέρειες.

Όταν τελείωσα με κοίταξε με πολύ σοβαρότητα.

-Τώρα ναι! Είπε. Τώρα τιμάς αυτούς, εσένα και εμένα.

-Τί απόγιναν αυτοί οι δυο στρατιώτες; Ρώτησα.

-Κανένας δεν ξέρει μου απάντησε χαμηλόφωνα ο βοσκός, Από την στιγμή που τους ανέλαβε ο αξιωματικός, ο ψευτό-ψυχογιός, όλα γίνονταν με μυστικότητα, για ασφάλεια.

-Κανείς δεν θα μάθει τι απόγιναν;

-Μόνο οι ίδιοι οι στρατιώτες, αν σωθήκαν, θα ψάξουν να σας βρουν!

Λυπήθηκα από αυτά που άκουσα, γιατί κατάλαβα ότι κάτι πολύ μεγάλο κακό θα σταμάτησε το ταξίδι τους ή αν σωθήκαν θα σκοτώθηκαν σε άλλους πολέμους .

-Είναι αδύνατον να ζουν και να σιωπούν, ψιθύρισα. Ήταν ευγενείς άνθρωποι και υπεράνθρωπη η αγάπη μας γι αυτούς. Δεν μπορεί να μας ξέχασαν!!!

-Και εγώ τα ίδια πιστεύω είπε ο ερημίτες βοσκός. Αν και είναι πολλά είδη λησμονησιάς.

-Σαν πια;

Της φρίκης που βάζει ένα «παρά» στη φρόνηση!

Δεν παραφρονούν εύκολα  οι άνθρωποι, είπα.

Εύκολα όμως προκαλούν φρίκη, στους άλλους είπε

Έμεινα σκεφτικός για λίγη ώρα. Κανείς δεν μιλούσε.

-Βοσκός δεν είναι τούτος σκέφτηκα!

Ας δοκιμάσω να μάθω κάτι περισσότερο. .

-Λέγε μου και για την τύχη των ανθρώπων αυτών, των βοσκών και του αξιωματικού, τι έγιναν;

Ο ερημίτης πήρε ύφος θλιμμένο και χωρίς να μιλήσει έδειξε ψηλά και μετά από λίγη σιωπή είπε:

-Τους εκτέλεσαν όλους: Τον πατέρα μου και τη μάνα μου  τα  μεγάλα αδέλφια μου  και τον αξιωματικό. Εμένα μόνο, σαν ανήλικο έφηβο, με άφησαν να ζήσω.

-Και ζεις από τότε εδώ;

 

-Όχι με πήρε μια οικογένεια χωρίς παιδία να ζήσω ήσυχα και να σπουδάσω. Έγιναν όλα καλά, μα σαν πέθαναν οι καλοί εκείνοι άνθρωποι ήρθα ξανά εδώ να ακούω τους ψιθύρους της ιστορίας του τόπου μου, να ζήσω εδώ όπως πρωτόμαθα να ζω. Μη με κοιτάς παράξενα και μη με ρωτήσεις, γιατί;

Έκανα μια χειρονομία με τα χέρια σαν να έλεγα «όχι δεν θα ρωτήσω»

Μη με ρωτήσεις ,επανέλαβε, γιατί δεν θα καταλάβεις αν δεν σε έχει αγγίξει η ξυραφιά της μοίρας που άγγιξε εμένα.

Έσκυψα το κεφάλι. Τώρα ντρεπόμουν που του μιλούσα στον ενικό για να δείξω οικειότητα και καταδεκτικότητα στο βοσκό. Νιώθω, τώρα, μικρός απέναντι του και διάθεση να ζητήσω συγγνώμη.

Αυτός συνέχισε.

-Έχω εδώ στην ερημιά δυο τρία «μαρτίνια» σαν δικαιολογία και μια σύνταξη να ζω. Έχω  και την ιστορία του Ταινάρου στα πόδια μου!

-Έχω και τους δικούς μου  να προσεύχομαι! και συμπλήρωσε.

-Έχω και τις ιστορίες σαν την δική σου να ακούω!

-Μου αρκούν!!

Όλοι ακούγαμε σιωπηλοί!!.

Τον κοιτούσα και βούιζε ακόμη η λέξη «ξυραφιά» στα αυτιά μου.

Ξέρω τις λαβωματιές του ξίφους, φαντάζομαι  πόσο θα πονούν. Έχω ακούσει στη ζωή μου να το λένε. Και για τις πισώπλατες βαριές λαβωματιές του ξίφους έχω ακούσει και άλλοι αρκετοί σαν εμένα θα έχουν ακούσει και ίσως έχουν τέτοιες λαβωματιές και θα ξέρουν, αλλά το λάβωμα της ξυραφιάς δεν το ήξερα, δεν το είχα ακούσει ποτέ !.

Τον κοίταζα και έβλεπα τις βιαστικές άτακτες κινήσεις των ματιών του, την έκφραση του προσώπου του, που έκλαιγε γελώντας ,το απροσδιόριστο αμήχανο λίχνισμα της χεριών του  μπρος, πίσω. Είδα την ξυραφιά στο βλέμμα του ,στην ψυχή του. Δεν είχα ξαναδεί λάβωμα ξυραφιάς, δεν είχα δει χαρακίρι σε πεθαμένο ζωντανό.

Στεκόταν μπροστά μου με ένα αδιόρατο μειδίαμα αδιαφορίας για λέξεις κούφιες, κενές. Λέξεις που λέγονται  από συνήθεια για να γεμίζουν κενές ώρες ,κενές μέρες κενές ζωές.

Τούτος ο άνθρωπος είχε γνωρίσει τους μικράνθρωπους  «καγκελοσταυρίτες» με τα άψογα πρωτόκολλα θανάτου, τους φοβερούς Γερμανούς να τον αφήνουν μόνο του, χωρίς τους δυό του ήλιους. Είχε δει τους κάλπικους ανθρώπους με τις δυνατές στολές. Είχε δει από κοντά τους ανθρώπους που έμοιαζαν και ήταν μηδενικά!! Αυτός είναι ο Βοσκός

Τώρα ήρθε να ζήσει εδώ στο Ταίναρο ερημίτης και ζητάει λέει να συνομιλεί με μαργαριτοφόρους ανθρώπους. Να ακούσει τον ήχο των  λέξεων που αστραποβολούν από ουσία και χαμόγελο!!

Τον κοίταξα συγκρατώντας τα δάκρυα μου, όχι για να δείξω ενθαρρυντική ψυχραιμία, αλλά τα συγκράτησα για να μην εκτεθώ με τους συναισθηματισμούς μου , σε τούτον τον άυλο άνθρωπο με την λιτότητα και τη σοφία του, που καθώς έχει παραμερίσει τα αβίωτα που βίωσε περιμένει και από μένα να δει αν ήρθα εδώ προσκυνητής ή αργόσχολος στρατοκόπος.

 

-Δεν θέλω τίποτε άλλο, στη ζωή μου συνέχισε!

-Η πολύβουη πόλη με έμαθε να αγαπώ τους ψιθύρους της πατρίδας μου

Τον ρώτησα αμήχανα κάτι άσχετο με τα τελευταία που έλεγε.

-Τι ακριβώς, κάνεις εδώ;

-Ψαρεύω, είπε!

-Και οι κατσίκες σου;

-Οι αίγες μου, θέλετε να πείτε; με διόρθωσε!

-Ναι, του είπα και κατάλαβα ότι τούτος έχει αρχαία, ιερή λαβωματιά!

Δεν το λέω ειρωνικά, απλά αντιπαραβάλω τούτη την λέξη «αίγες», που την διαλέγει ένας βοσκός ,( θέση βοσκός έστω) από νοσταλγία και αγάπη για τα παλιά, με την λέξη «σκολειά» που χρησιμοποιούν ,πολλές φορές και πολλοί, υπουργοί παιδείας μας και άλλοι γραμματισμένοι, για να δείξουν την αγάπη τους για τα σχολεία.

Αίγες είπε ο ευαίσθητος βοσκός  με ευκρίνεια και χωρίς προσποίηση  αγάπης για τη λέξη.

«Σχολειά» και όχι σχολεία λέει ο γραμματισμένος με χοντροκοπιά και  προσποίηση αγάπης για τη λέξη Σχολεία

Τα σχολεία κόπιασαν χρόνια πολλά να μας μάθουν όλους μας ότι τα λέμε «σχολεία» και όχι «σχολειά». «Σκολειά» επιτρέπεται να τα λένε μόνο οι γλυκείς μας ,οι  πρόγονοι, οι αγράμματοι, που δεν είχαν την τύχη να φοιτήσουν σε σχολεία και φυσικά οι ποιητές για την ανάγκη της ρίμας. Οι άλλοι γίνονται περίγελως!

Ανοίγω μια μικρή παρένθεση: Αναγνώστη ,με αφορμή αυτό επίτρεψέ μου να παινέψω τη σοφία του Σολωμού ,του ηγούμενου ποιητή στο πρωτάτο του ποιητικομονάστηρου της Ελλάδας. Είπε, σαν ελευθερωθήκαμε μετά το είκοσι ένα: «Ο λαός από μας τους γραμματισμένους δεν περιμένει να μιλήσουμε με την γλώσσα του, αλλά με την διάνοιά μας να ομορφύνουμε τη γλώσσα του». Σκέψου θυμηδία που προκαλεί  ένας εγγράμματος, όταν, τάχα ταπεινολογώντας, λαϊκίζει λέγοντας τα σχολεία «σκολειά». Τι κακογουστιά!!!  Η μόρφωση να προσποιείται αμορφωσιά για να συγκινήσει. Τι κακογουστιά!!! ….Κλείνω την παρένθεση.

 

-Και τι σχέση έχουν οι αίγες σου με το ψάρεμα, τον ξαναρώτησα;

-Αυτές είναι τα δίχτυα μου!

-Και τι πιάνεις με τέτοια δίχτυα;

-Ανθρώπους σαν κι εσάς.

-Δηλαδή;

-Να! όσοι έρχονται μέχρι το μέρος τούτο θέλουν να δουν κάτι από την παλιά σπίθα που έκαιγε εδώ!

-Κι εσύ γιατί τους ψαρεύεις;

-Δεν τους ψαρεύω, ακριβώς, απλά τους πιάνω στα δίχτυα μου. Τους λέω όσα μπορούν να πιστέψουν και μετά τους ελευθερώνω!

-Και οι «αίγες» σου τι ρόλο παίζουν ;

-Κανένα!  Προφασίζομαι ότι τις βοσκίζω ενώ ψαρεύω τους προσκυνητές του Ταινάρου!

 

Μας άρεσε το χιούμορ που είχε και του το είπαμε.

-Εμείς τώρα, σαν να λέμε, είμαστε στα δίκτυα σου;

-Στα δίκτυα μου είστε, αλλά δεν ξέρω τί θα ταίριαζε να πω σε σας!

 

-Λέγε μας για τα Ματαπέα Άκρα, την άκρη της άκρης της Λάγιας Μάνης, για το ακρωτήριο Ταίναρο ή για τους Δωριείς.

-Μα αυτά τα ξέρετε!

-Λέγε μας ό,τι δεν ξέρουμε!

-Πέστε μου τι ξέρετε εσείς και εγώ να συμπληρώσω.

-Εμείς διαβάσαμε και μάθαμε δέκα πράγματα ότι:

  1. Το Ταίναρο αναφέρεται από τον Όμηρο στον ύμνο του για τον Απόλλωνα.
  2. Το όνομα «Μεταπέα Άκρα», σημαίνει ακρωτήριο που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες (Λακωνικός και Μεσσηνιακός κόλπος).
  3. Μεταπεα άκρα- και Κάβο Ματαπάς, είναι ίδιες λέξεις!!
  4. Εδώ είναι και ο περίφημος Φάρος του Ταινάρου, ύψους 16 μ., .
  5. Εδώ ήταν ο ναός του Ποσειδώνα με το χάλκινο γλυπτό που παρίστανε τον κιθαρωδό Αρίωνα πάνω σε δελφίνι. Με τα υλικά του αρχαίου ναού του Ποσειδώνα κατασκευάστηκε το εκκλησάκι του Ασωμάτου που είναι εδώ.
  6. Στο Ταίναρο σύμφωνα με τον Πλούταρχο υπήρχε ονομαστό «Ψυχοπομπείο».
  7. Εδώ ήταν οι Πύλες του Άδη που κατέβηκε ο Ηρακλής και ανέβασε τον Κέρβερο στην γη.
  8. Εδώ κατέβηκε και ο Ορφέας για να πάρει την Ευρυδίκη.
  9. Εδώ κρύφτηκε ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Παυσανίας
  10. Εδώ πολύ αργότερα κρύφτηκε και ο Άρπαλος σαν έκλεψε τους θησαυρούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Αυτά είναι που ξέρουμε όλα κι όλα, είπαμε στον συμπαθή, ιδιόρρυθμο, και γοητευτικό βοσκοψαρά, κοσμοκαλόγερο.

-Τώρα μάλιστα! Ξέρω τί ξέρετε και έχω την άδεια σας, πιστεύω, να πω και να μάθετε τί νομίζω ότι πρέπει να ξέρετε!

-Με την άδεια μας και με τα παρακάλια μας, του είπαμε!

-Εδώ στις Πύλες του Άδη «λένε» κρύφτηκε ο μεγάλος Σπαρτιάτης βασιλιάς Παυσανίας, και τα είπε, «λένε», με τους Πέρσες κρυφά, «λένε»!!!

Εδώ στις Πύλες του Άδη κατέβηκε και ο Ορφέας για να πάρει την Ευρυδίκη «λένε»!.

-Μα αυτά είναι γνωστά τα γράφουν τα βιβλία του είπαμε!!

 

-Μην βιάζεστε! Εσείς ξέρετε τα επί σκηνής, που γράφουν τα βιβλία, ενώ εγώ θα σας πω για τα παρασκήνια, που είναι ανέκδοτα ακόμα! -Αυτά τα ξέρετε;

-Υπάρχουν και παρασκήνια των γεγονότων αυτών;

-Πολλά!

-Τότε σε ακούμε, είπαμε γελώντας.

-Εδώ είχαν και οι τοίχοι αυτιά, κάτι σαν τους σημερινούς  κοριούς, και  άκουσαν ότι, τάχα, ο Παυσανίας εδώ συνάντησε τους Πέρσες και τα  έκανε «καπάκια» μαζί τους. Τα μαρτύρησαν οι …. «τοίχοι» στους εφόρους και ο Παυσανίας έπαθε ότι έπαθε.

-Μα ήταν προδότης ο Παυσανίας, του είπε κάποιος από μας!

-Άμα ήταν προδότης δεν θα έδινε κανένας Λάκωνας στο  παιδί του το όνομα Παυσανίας, όπως και κανένας έλληνας δεν δίνει στο παιδί του το όνομα κανενός προδότη!

-Ήταν πλεκτάνη των εφόρων, λες;

-Πλεκτάνη και φοβέρα στην εξωστρέφεια -στο «imperium» που λένε οι διπλωμάτες-που πρότεινε ο Παυσανίας. Αλλά η σκέψη του ανοιχτόμυαλου Παυσανία απειλούσε την εσωστρέφεια, το «στάτους κβο» που πίστευαν οι κοντόφθαλμοι έφοροι, οι πιστοί στη συντήρηση!!

-Τι σημαίνουν αυτά;

-Ο Παυσανίας είχε ανοικτά μυαλά, κατάλαβε ότι ήταν ξυλοπόδαρη η Περσία και πρότεινε στους εφόρους να επεκταθούν, όπως το προσπάθησαν οι αθηναίοι χωρίς επιτυχία  και λίγο αργότερα  ο Αλέξανδρος με επιτυχία!

-Και οι έφοροι τί του απάντησαν;

-Τί του απάντησαν και τί έκαναν το ξέρετε, εγώ θα σας πω το γιατί!

-Για λέγε, λοιπόν, γιατί;

-Ήθελαν έλεγαν «μικρά και τιμία Πατρίδα»

-Είναι κακό το τιμία;

-Τίμια με τους αδελφούς Μεσσήνιους να τους έχουν είλωτες! Πας καλά βρε χριστιανέ, άνθρωπέ  μου;

-Αυτό είναι ένα θέμα;

-Αυτό είναι ΤΟ ΘΕΜΑ!!!

Όλοι κοιταχτήκαμε.

-Αυτά με τον Παυσανία, μας είπε. Τους έλεγε να ανοίξουν τις πόρτες του κόσμου και εκείνοι έκλεισαν με τούβλα τις πόρτες του ναού με τον Παυσανία μέσα!

-Είναι μια εικασία, αυτά, του είπα!

-Όχι εικασία, μια άποψη, μου απάντησε! Η εικασία θέλει περισσότερα στοιχεία!

Λέγοντας αυτά ο βοσκός παραμέρισε λίγο πιο πέρα να ρίξει μια ματιά στις αίγες του μην τις χάσει

Εμείς ακούγοντας αυτά που είπε κοιταχτήκαμε, ξανά, μεταξύ μας και μείναμε για λίγο σκεφτικοί! Και καθώς ο βοσκός ήταν απομακρυσμένος είπα στους φίλους μου

-Έχουμε εμπρός μας έναν απόλυτα ελεύθερο άνθρωπο, έναν άνθρωπο με απλότητα, έναν ολιγαρκή αυτάρκη, έναν μορφωμένο χωρίς καμιά εκκρεμούσα υποχρέωση του σε κανέναν. Αυτός ο βοσκός, ο άνθρωπος αυτός  έχει όλο τα απαραίτητο υπόβαθρο για να φιλοσοφεί άφοβα χωρίς παλινδρομίες.

-Ποιος άνθρωπος λες ότι δεν έχει εκκρεμούσα υποχρέωση και μπορεί να φιλοσοφεί άφοβα χωρίς παλινδρομίες με ρώτησε ένας από την παρέα μας

-Όποιος δεν έχει άλλους ανθρώπους να εξαρτώνται από αυτόν και δεν τρέμει μην πάθουν κακό. Τότε μόνο μιλάει άτρομα ο άνθρωπος για όλα τα θέματα!

Ξέρεις τέτοιους ανθρώπους

Πολλούς από τους παλιούς και από τους σύγχρονους τον Καζαντζάκη και τον Καβάφη

Γιατί ξεχωρίζεις μόνο αυτούς

Είναι ξεχωριστεί άνθρωποι, αλλά κυρίως, γιατί δεν έχουν παιδιά.

Γιατί όποιος έχει παιδιά δεν είναι ελεύθερος να φιλοσοφήσει;

Δεν έχει την απόλυτη ελευθερία να μιλεί για πράγματα που η γονική έγνοια και ηθική τα απαγορεύουν.

Πως το εννοείς αυτό;

Οι γονείς ίσως κάποια στιγμή θα  χρειαστεί και πρέπει να αμαρτάνουν για τα παιδιά τους και άνθρωποι που αμαρτάνον από αδυναμία δεν μπορούν να είναι φιλόσοφοι.

Αν συγκρατηθούν και δεν αμαρτήσουν,

Αν οι γονείς δεν αμαρτήσουν και σταθούν στα φιλοσοφικά τους πιστεύω, τότε αμαρτάνουν γιατί δεν είναι καλοί γονείς. Η έννοια «καλοί γονείς»  είναι η πεμπτουσία της ορθής φιλοσοφικής σκέψης.

Βλέπετε ότι μας παρασύρει ο Ταΰγετος να στοχαζόμαστε, είπε ο βοσκός ακούγοντας τα τελευταία λόγια μου.

Περιέγραψέ μας ένα αμάρτημα να καταλάβουμε.

Να, για παράδειγμα, λέω τι θα κάνει ένας ηθικότατος φιλόσοφος γονιός με το μικρό παιδί του, που είναι οι μόνοι επιζήσαντες  σε ένα   αεροπορικό δυστύχημα χαμένο στις  χιονισμένες  Άνδεις; Δεν θα φάει  οτιδήποτε για να επιζήσει το παιδί του.

Μα αυτό είναι ακραίο!

Μα και η φιλοσοφία τα ακραία επιζητάει. Θέλεις και άλλο παράδειγμα.

Ένας άθεος φιλόσοφος γονιός, περιμένοντας  έξω από την εντατική του παιδιού του αβέβαιες εξελίξεις  δεν θα προσευχηθεί αν του το ζητήσει το παιδί του; Αν δεν το κάνει  είναι ένα είδωλο από ελαφρόξυλο για προσάναμμα

Ο αληθινός φιλόσοφος είναι ελεύθερος και πρέπει να μπορεί να πετάει την σκούφια του μπρος στα πιστεύω του. Όπως και ο καλός ο γονιός που δεν είναι ελεύθερος, αφού πρέπει να πετάει τη  φιλοσοφία του εμπρός στα μεγάλα γονικά ηθικά  διλήμματα.

Αρκετά όμως αυτά, τώρα έχουμε να ακούσουμε τις ιστορίες του Ταϋγέτου..

 

-Θέλετε τώρα και τα παρασκήνια του Ορφέα:

-Λέγε του είπαμε γελώντας.

-Την γνωρίζετε την ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης;

Την ξέρουμε είπαμε

-Αφού ξέρετε  θα καταλάβετε πολύ καλά και αυτά που   έγιναν στα παρασκήνια τούτης της ιστορίας.

-Τα παρασκήνια πάντα έχουν ενδιαφέρον. Σε ακούμε.

-Μην περιμένετε παρασκήνια των ερωτευμένων Ορφέα και  Ευρυδίκης, με μυρωδιές που γαργαλούν τα αυτιά, από μένα.

-Λέγε μας παρασκήνια χωρίς μυρωδιές!

-Δεν έχει καμιά ιστορία ενδιαφέρον χωρίς μυρωδιές!

-Τότε τι θα πείτε;

-Θα σας πω ιστορίες που θα μυρίσει ο νου μας.

-Δεκτά ό,τι μα πεις είπε ο διπλανός μου! Τα λούζεις όλα και  μοσκοβολούν!!!

Λοιπόν, καλοί   προσκυνητές της Μάνης, ακούστε με!

-Είμαστε όλο αυτιά!

-Δεν νομίζω ότι θα χρειαστούν μόνο αυτιά γι αυτά που θα πω!

-Τότε τι άλλο;

-Θα καταλάβετε, ακούτε μόνο προσεκτικά. Ο Πλούτωνας όταν είδε τον Ορφέα στον κάτω κόσμου και άκουσε ότι του ζητούσε να πάρει πίσω την πεθαμένη Ευρυδίκη, κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτό το παιδί.

-Εγώ, παιδί μου Ορφέα, είμαι εδώ για να μαζεύω κόσμο όχι να διώχνω, του είπε  ο θεός του Άδη και έψαξε μια πρόφαση για να τον διώξει:

-Σε παρακαλώ του λέει ο Ορφέας, κάνε μια εξαίρεση. Δώσε μου πίσω την Ευρυδίκη που τόσο αγαπώ!!!!

Βλέποντας ο Πλούτωνας ότι άκρη δεν πρόκειται να βρει με τούτον μηχανεύτηκε κάτι που πίστευε θα τον στείλει από κει που ήρθε «αδιάβαστο».

-Εδώ ,Ορφέα, δεν κάνουμε ρουσφέτια. Για να πάρεις πίσω από τον Άδη την Ευρυδίκη, που λες ότι αγαπάς, θα πρέπει να λύσεις τρία προβλήματα μαθηματικών!!!!!!

-Μα εγώ μόνο από άρματα ξέρω και τραγούδια!

-Κακώς! Να που τώρα σου χρειάζονται και τα μαθηματικά!

-Και αν δεν τα λύσω, χάνω την Ευρυδίκη! Το Φως μου; είπε ο  Ορφέας;

-Το φως σου μπορεί να το χάσεις την Ευρυδίκη όμως όχι!

Ο Ορφέας κακόβαλε!

-Τί εννοείς Πλούτωνα, είπε;

-Αν την αγαπάς τόσο πολύ, όσο λες, μπορείς να μείνεις εδώ στον Άδη, με την αγαπημένη σου!

-Στα σκοτάδια; Ρώτησε ο Ορφέας, μισοπεθαμένος από το φόβο του.

-Δεν χρειάζονται φως οι πεθαμένοι Ορφέα!!!

Ο Ορφέας έμεινε με ανοιχτό στόμα.

-Αν την αγαπάς μείνε εδώ μαζί της, του επανέλαβε ο Πλούτωνας!

-Ο Ορφέας άρχισε να παραμιλάει. Την αγαπώ, δεν είπα, ότι πεθαίνω κιόλας γι αυτή! Δεν είπα! Είπα;

-Ηρέμησε, Ορφέα, δεν τα λένε φωναχτά  αυτά τα λόγια όσοι αγαπούν!

-Πλούτωνα μου………..

Ο Πλούτωνας κατάλαβε ότι τούτος ο κουτοπόνηρος ερωτευμένος, ήρθε για ρουσφέτι στον Άδη και ήθελε, τώρα, μια ώρα αρχύτερα να τον ξαποστείλει.

-Άκουσε Ορφέα του είπε κοφτά ο Πλούτωνας, ο μόνος τρόπος για την πάρεις πίσω είναι να λύσεις τρία προβλήματα που θα σου βάλω!!!!

-Συμφώνησε με απελπισία ο Ορφέας, αφού δεν έπιασαν τα παρακάλια του!

Διάλεξε, λοιπόν, ο Πλούτωνας τρία πρόβλημα μεγάλης δυσκολίας , για να απαλλαγή αμέσως από τον ερωτευμένο τούτον, που ζήταγε παράλογα πράγματα και του είπε:

-Άκουσε το πρώτο πρόβλημα:

-Ακούω, Πλούτωνα μου, είπε ο Ορφέας, με το πάνω χείλος του να παίζει παλλόμενο.

Το είδε αυτό ο Πλούτωνας και κατάλαβε ότι, ναι μεν, δεν πέθαινε για την Ευρυδίκη, αλλά σίγουρα ήταν ερωτευμένος.

Γελάσαμε όλοι σαν ακούσαμε για το παλλόμενο πάνω χείλος του ερωτευμένου και ο κοσμοκαλόγερος μας είπε:

-Δεν πάλλονται μόνον τα χείλη των ερωτευμένων, αλλά ψεύδονται και ψευδίζουν!

Γελάσαμε όλοι δυνατά και ξανακοιτάξαμε με θαυμασμό τον «βοσκό»

Ο «βοσκός» συνέχισε.

.

-Ορφέα, έχουμε εννέα ίδιες μεταλλικές μπάλες, που ζυγίζουν όλες το ίδιο, εκτός μιας που είναι ελαφρότερη. Έχουμε, για το σκοπό αυτό μια ζυγαριά με δίσκους (παλάντζα), όπως ο δίσκος της δικαιοσύνης.

-Εντάξει μέχρι εδώ το κατάλαβες;

-Το κατάλαβα, είπε μηχανικά ο Ορφέας.

-Μπορείς με δύο ζυγίσματα να βρεις την ελαφρότερη;

-Μπορώ με ένα, είπε με αυτοπεποίθηση ο Ορφέας και πήρε , αμέσως στην τύχη, τέσσερες  μπάλες τις έβαλε από το ένα μέρος (του δίσκου) τις παλάντζας  και άλλες τέσσερες στην τύχη πάλι τις έβαλε στο άλλο μέρος της . Η παλάντζα ισορρόπησε. Τότε έδειξε την ένατη που προφανώς θα ήταν η ελαφρότερη!!!!!!!!!!!

 

Ο Πλούτωνας τα έχασε με την απλοϊκότητα του και τον τυχαίο τρόπο της λύσης.

Σκέφτηκε , προς στιγμήν ,να διακόψει την διαδικασία του τεστ και να τον εξαποστείλει από κει που ήρθε, γιατί είχε να κάνει με έναν αφελή. Έτσι του φάνηκε!

Μα πάλι, θα ήταν άδικο μια και απάντησε σε ότι ακριβώς τον ρώτησε.

Έκανε υπομονή και προχώρησε.

-Η τύχη δεν μπορεί να τον  ευνοεί πάντα, μουρμούρισε.

Έτσι  προχώρησε  στο δεύτερο πρόβλημα.

 

-Έχουμε, του λέει, δέκα καλάθια με λίρες, αλλά το ένα καλάθι έχει κάλπικες, που είναι βαρύτερες από τις γνήσιες. Ξέρουμε πόσο ζυγίζει κάθε γνήσια λίρα και πόσο μια κάλπικη. Μπορείς να βρεις ποιο καλάθι έχει τις κάλπικες, με ένα και μοναδικό ζύγισμα χρησιμοποιώντας ζυγαριά με σταθμά;

-Μπορώ με κανένα ζύγισμα, είπε ο Ορφέας και έδειξε ,ευθύς αμέσως, το τσουβάλι με τις κάλπικες λίρες!!!!!!!!!!!!

Ο Πλούτωνας, ήπιε ένα ποτήρι νερό, να συνέλθει και να καταλάβει.

Είχε εμπρός του μια ιδιοφυΐα ή απλά έναν βλάκα;

Όπως και να έχει το πράγμα σκέφτηκε και οι δυο αυτοί είναι ανίκητοι!

-Ας προχωρήσω, είπε.

-Άκουσε ,Ορφέα, του λέει  και το τρίτο και τελευταίο πρόβλημα:

-Ακούω, Πλούτωνας μου. είπε περιχαρής και αισιόδοξος πολύ!

-Έχουμε εννέα ρόδια . Τα ρόδια είναι όλα ίδια και όμοια: στο βάρος , στο χρώμα και στο σχήμα, εκτός από ένα που είναι χαλασμένο και μπορεί να είναι ελαφρύτερο ή βαρύτερο.

-Μπορείς με τρία ζυγίσματα σε παλάντζα με δίσκους να βρεις πιο είναι το χαλασμένο και αν είναι ελαφρύτερο ή βαρύτερο από τα άλλα;

-Μπορώ με δύο είπε !

Και βάζει ,ευθύς, τέσσερα ρόδια από το ένα μέρος και τέσσερα από το άλλο.

Η παλάντζα ισορρόπησε .Τότε κατέβασε τα επτά ρόδια και άφησε μόνο ένα στο αριστερό μέρος της παλάντζας στη συνέχεια πήρε το ένα ρόδι που είχε μείνει και το έβαλε επάνω στο δεξιό  μέρος της παλάντζας Η παλάντζα έγειρε προ τα δεξιά.

-Αυτό είναι το χαλασμένο και είναι βαρύτερο είπε ο Ορφέας!

Ο Πλούτωνας δεν μιλούσε πια, παραμιλούσε.

Η σκανδαλώδης εύνοια της τύχης, τον είχε τρομάξει!

Προσπάθησε να του εξηγήσει ότι οι λύσεις που βρήκε της οφείλει στην  τύχη  του και όχι από την εξυπνάδα του.

-Και τί το κακό Πλούτωνα; Είπε ο Ορφέας.  Με τύχη δεν έχουν γίνει και πολλοί σοφοί και πολλοί πλούσιοι και πολλοί δυνατοί άνθρωποι;

-Λάθος, Ορφέα, είπε θυμωμένος ο Πλούτωνας Με την εξυπνάδα του  μυαλού τους, έγιναν και καθόλου με την τύχη  !

-Και στους δούλους μας, που κανένας τους δεν γίνεται ούτε σοφός ούτε πλούσιος ούτε δυνατός, η  εξυπνάδα του μυαλού τους, ή η  τύχη τους λείπει , Πλούτωνά μου, ρώτησε ο Ορφέας;

Ο Πλούτωνας κόμπιασε, οι βλάκες δεν λένε μόνο βλακείες σκέφτηκε!

Η συζήτηση θα ξεστράτιζε σε ανεξήγητες παραδοξολογίες.

Ο Ορφέας πίστευε ότι  είχε απαντήσει σωστά και ο Πλούτωνας, θεώρησε ότι πρέπει να δώσει πίσω την Ευρυδίκη. αν και έτρεμε την οργή του Δία, που δεν επέτρεπε πισωγυρίσματα και τα πήγαινε – έλα στον Άδη.

Ντρεπόταν ο θεός να φανεί ότι δεν τηρεί τον λόγο του αφού ο Ορφέας είχε βρει τις λύσεις. Τυχαία βέβαια, πλην όμως τυπικά είχε απαντήσει σε όλα τα προβλήματα σωστά.

Δεν ήθελε να εκτεθεί στους ανθρώπους και να νομίζουν πώς θεός πράμα δεν τηρεί το λόγο του, αυτός ο τρομερός φύλακας και θεός του «κάτω κόσμου».

Ο Πλούτωνας ήταν σίγουρος, άλλωστε ότι ο Ορφέας θα την χάσει την Ευρυδίκη ξανά και σύντομα, από άλλες αιτίες που είναι γεμάτος ο συννεφώδης νους ενός ερωτευμένου όπως και έγινε.

 

-Αλλά εμάς δεν μας ενδιαφέρουν αυτά. Ούτε οι υπερβολές του Ορφέα, ούτε και οι υπερβολές του Πλούτωνα που έλεγε, χιλιάδες χρόνια, στους ανθρώπους ότι ήταν τάχα ο ατρόμητος και φοβερός θεός με τα ειδυλλιακά λευκά Ιλίσια Πεδία, μα όταν είδε τα «σκούρα» το έβαλε στα πόδια και έγινε κόλαση ο Άδης του.

-Πια σκούρα είδε ο Πλούτωνας; Ρωτήσαμε τον κοσμοκαλόγερο.

Μας κοίταξε και είπε:

-Δεν μου φαίνεσαι να μην το καταλάβατε;

-Όχι είπαμε!

-Τότε κρίμα στον κόπο μου τόση ώρα, όλα πήγαν χαμένα!!!.

-Το καταλάβαμε του είπαμε όλοι για να δικαιολογηθούμε και να τον παρηγορήσουμε. αλλά αυτό δεν ήταν η αλήθεια!

-Αν δεν το καταλάβατε να σας το πω εγώ πια σκούρα είδε , είπε!

-Όχι,, όχι, το καταλάβαμε, του είπαμε! Από ευγένεια; Από ντροπή; Δεν ξέρω. Πάντως που είπαμε ότι το καταλάβαμε!!!!

Το πίστεψε; Δεν το πίστεψε; Ποιος ξέρει; Δεν ξαναρώτησε. Μόνο σιώπησε!

Οι ευγενείς άνθρωποι που δεν θέλουν να φέρνουν σε δυσκολία τους ανθρώπους, τους μιλάνε με σιωπές. Με σοφές σιωπές!

Τώρα, βέβαια, ξέρω, είπε ο αιγοβοσκός, ότι εκπλήσσεστε με την δυσκολία των τεστ και ψάχνετε να βρείτε, αν έδειξε μεροληψία ή προκατάληψη ο Πλούτωνας στον Ορφέα.

-Και τα δύο είναι ίδια λάθη και κακά, του είπα εγώ!

-Συμφωνώ για το κακά, αλλά ίδια δεν είναι!

Γιατί τον ρώτησα;

-Η μεροληψία είναι λάθος της καρδιάς, και η προκατάληψη του νου!

-Δηλαδή ;

-Το πρώτο το κάνεις από μίσος ή αγάπη, το δεύτερο από λανθασμένο υπολογισμό!

-Ποιο από τα δυο είναι πιο κακό; Ξαναρώτησα.

-Το πρώτο είναι κακούργημα, το δεύτερο πταίσμα!

-Τελικά, τι από τα δύο έδειξε ο Πλούτωνας, τον ρωτήσαμε;

-Κανένα! Λέτε «θεός πράγμα» να έκανε τέτοια κακά λάθη;

-Γιατί…………….

-«Ει θεοί εισί κακοί, ουκ εισί θεοί»-(εάν οι θεοί είναι κακοί, δεν είναι θεοί), μας είπε ο αιγοβοσκός και συνέχισε.

-Το πρωτόκολλο κοιτούσε σαν καλός γραφειοκράτης, ο Πλούτωνας!

-Το πρωτόκολλο ,λοιπόν, είπαμε και γελάσαμε όλοι!!!

 

-Βεβαίως, αν και γνώριζε ότι η βλακεία και ο έρωτας μαζί δεν νικιούνται ποτέ !!!!!!!!

-Ποτέ, ποτέ, του επιβεβαιώσαμε με γέλια!

-Τελείωσα είπε, είστε ελεύθεροι να πιστέψετε όσα θέλετε!

-Ποιά κυρίως;

-Τα πάντα έχουν πιθανότητες να είναι αληθινά!

-Τα πάντα !!!!!!!!!!!!!

-Τα πάντα δυστυχώς, επανέλαβε!!!

-Γιατί δυστυχώς;

-Γιατί δεν θα το μάθουμε ποτέ αυτό!!!!!

Ποτέ; Ρωτήσαμε

-Ποτέ! Ποτέ! Αλλά τώρα πρέπει να φύγω, είπε, ξεκινώντας βιαστικά. Χάθηκαν οι αίγες μου δεν τις βλέπω. Λέτε να έπεσαν στα δίχτυα άλλοι πεζοκόποι σαν και σας;

-Μια τελευταία ερώτηση μπορώ να κάνω, του φώναξα καθώς κατηφόριζε βιαστικά κατά το πέλαγος που φτάνει μέχρι κάτω στην Κρήτη.

-Παρακαλωωωωώ! Φώναξε, ενώ είχε ξεμακρύνει αρκετά!

-Γιατί χάθηκαν αυτά τα δυο ξένα παλληκάρια οι στρατιώτες, αιγοβοσκεεεεεεεεέ; Του φώναξα εγώ με τις παλάμες στο στόμα σαν χωνί για να με ακούσει.

-Σε αυτά τα ιερά «γιατί» των ανθρώπων πρέπει να απαντούμε με «ιερές σιωπεεεεεεεεεεεεές» φώναξε και αυτός πάρα πολύ δυνατά, με τον ίδιο τρόπο με μένα!

Και η φωνή του, μέσα στη σιγαλιά του δειλινού πήγε κάτω στον κάβο Ματαπά και ξαναγύρισε σαν ηχώ και ψιθύρισε «ιερές σιωπεεεεεεεεές» λες και βγήκε από τα χαλάσματα του ιερού του Ποσειδώνα.

Έλαμπε ο αιγοβοσκός από σοφία και εμείς κρεμόμαστε από τις λέξεις του.

Την γοητεία του λόγου αυτού του σοφού ταπεινού ανθρώπου, βοσκού την θαύμασα καθώς ένοιωθες ότι πασχίζει να μας φωτίσει.

Την έβαλα αντικριστά με άλλους λόγους!

Με άλλους λόγους που λέγονται μπροστά στα ακροατήρια για να τυφλώσουν.

Αγαπητοί φίλοι εδώ τελειώνει η ιστορία του παππού μου. Όπως ακούσατε τήρησα την υπόσχεσή μου.

Σας ευχαριστώ που την ακούσατε!

Και σας παρακαλώ προσπαθήστε να λύσετε σωστά εσείς τα προβλήματα. Κάνει καλό αυτό πολύ και στην υγεία μας !