. Τα κάλαντα της Αράχοβας

8. Τα κάλαντα της Αράχοβας

Προσοχή: Όποιος λύσει το προβλημα θα έχει δώρο αξίας 100 ευρώ σε βιβλία από το συγγραφεα.

 

Μια συντροφιά πέντε ανθρώπων, τρεις γυναίκες και δύο άντρες, μόλις είχαν γευματίσει σε ένα μικρό παραλιακό ταβερνάκι στην παραλία της Κορώνης. Ο ένας από την παρέα έβγαλε ένα βιβλίο και τους έδειξε με αυτό τη Μάνη.

Να εκεί υπηρετούσε ο φίλος μου και συγγραφέας τούτου του βιβλίου έλεγε στη παρέα του: τη δικηγόρο γυναίκα του, ένα ζευγάρι φίλων τους και την οδοντίατρο φίλη τους..

Η συντροφιά αυτή θα ταξίδευε, αργά το απόγευμα για την αρχαία Μεσσήνη. Την εβδομάδα εκείνη , κάθε βράδυ, δίνονταν διαλέξεις με διαφορά θέματα και ένας από τους ομιλητές ήταν ο συγγραφέας τούτου του βίβλου.

Σας παρακάλεσα όλους σας να με συνοδεύσετε γιατί ήθελα να δω και να ακούσω το φίλο του από τα παλιά, τους είπε, όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο για να φύγουν

-Πότε τον γνώρισες και πώς; τον ρώτησε ο άντρας του ζευγαριού.

-Μια και έχουμε μια ώρα δρόμο μπροστά μας και επειδή είναι ωραία ιστορία, αν έχετε διάθεση, μπορώ να την διηγηθώ με λεπτομέρειες.

-Ωραία, είπε η οδοντίατρος ,εσύ για τα φυτά λες ενδιαφέροντα πράγματα δεν θα πεις για τους ανθρώπους;

-Θα γίνει και το ταξίδι μας ευχάριστο, συμπλήρωσε, πάλι, ο άντρας. Σε ακούμε!

Το Καρυοβούνι είναι ένα μικρό χωριό του Ταΰγετου. Εκεί, διορίστηκε ένας νεαρός δάσκαλος, το 1975. Δεν ήταν Μανιάτης, όπως εγώ, αλλά φίλος μου αγαπημένος ,που γνωριστήκαμε στα φοιτητικά χρόνια.

Είχα διοριστεί, πρόσφατα, γεωπόνος στην Αγροτική τράπεζα Κυπαρισσίας, που είμαι και τώρα, και όταν έμαθα για τον διορισμό του στα μέρη μου, κανονίσαμε να βρεθούμε την επόμενη μέρα, να τον δω και να του ευχηθώ, καλό ξεκίνημα!

Συναντηθήκαμε πολύ πρωί στον σιδηροδρομικό σταθμό της Καλαμάτας και περάσαμε όλες τις ώρες μαζί συζητώντας. Λίγο μετά το μεσημέρι, αφού του έκανα το τραπέζι στο εστιατόριο «Γαλλία», πήγαμε στο σταθμό των λεωφορείων περιμένοντας την αναχώρησή του.

-Εμείς φίλε, του είπα, οι γεωπόνοι , αν ρίξουμε σωστά το λίπασμα θα έχουμε απόδοση στις καλλιέργειες.

-Τι θέλεις να πεις;

-Σε σας τους εκπαιδευτικούς είναι πιο δύσκολο, πρέπει να το έχει η «κουτρα» του μαθητή για να μάθει γράμματα

- Μην το λες αυτό, φίλε μου, η κληρονομημένη μας ικανότητα, η «κούτρα» , που είπες είναι αρκετά σημαντικός παράγοντας, αλλά το σημαντικότερο είναι τι πιστεύουμε εμείς για τούτη τη «Κούτρα» που λες.

-Μα τι μου λες τώρα, ότι σημαντικότερο είναι τι πιστεύουμε εμείς για κάποιον ή πόσο του «κόβει»;

-Πώς ξέρεις, εσύ, πόσο του «κόβει» κάποιου;

-Μα, είναι απλό, αν μαθαίνει γράμματα, ξέρεις ότι, του κόβει,

-Αν δεν μαθαίνει;

-Σημαίνει το αντίθετο!

-Αυτό μπορεί να είναι μια καλή δικαιολογία για όλους εμάς που διδάσκουμε.

-Ποιους όλους;

-Όλους εμάς: τους γονείς τους δασκάλους , την κοινωνία όλη!

-Και γιατί είναι δικαιολογία;

-Γιατί συμβαίνει το αντίθετο:

-Δηλαδή;

-Του κόβει δεν του κόβει κάποιου ,αν εμεις πιστεύουμε ότι του κόβει, τότε μαθαίνει περισσότερο !

-Δηλαδή γίνεται εξυπνότερος επειδή το πιστεύουμε εμεις;

-Αυτό ακριβώς!

-Πως συμβαίνει αυτό;

-Είναι ένα μεγάλο και σύνθετο θέμα αυτό, θέλει ανάλυση, δεν έχουμε χρόνο.

-Δεν μου ξεφύγεις έτσι, του είπα, τώρα με έβαλες σε σκέψεις!

-Θα τα πούμε μια άλλη φορά, μου είπε..

-Όχι , πες μου τώρα, ένα απλό παράδειγμα, να καταλάβω πως γίνεται; αυτό.

-Θα σου πω! Με σένα δεν ξεμπερδεύω, τέτοιες κουβέντες που άνοιξα!

-Καλά το κατάλαβες.

Άκου λοιπόν

-Λέγε, ακούω!

-Αν εκεί που πρωτοπηγαίνεις γεωπόνος διαδοθεί ότι είσαι ένας εξαιρετικός επιστήμονας της γεωπονικής, θα σε προσέχουν περισσότερο όσοι σε συμβουλεύονται;

-Βεβαίως!

-Αν την έχεις ακούσει και συ, αυτή τη φήμη την καλή που έχεις, δεν θα προσέχεις πιο πολύ να μην τους διαψεύσεις;

-Βεβαίως!

-Αν συμβαίνει το αντίθετο;

-Δεν θα έχω αυτοπεποίθηση και θα κοπιάζω να πείθω.

-Θα σου κοπούν τα φτερά, φίλε!

-Έχεις δίκιο!

-Για απάντησέ μου τώρα και σε αυτό. Δεν συμφέρει, λοιπόν, τους γεωργούς να σε παινέψουν και ας μην γνωρίζουν την αλήθεια;

-Δεν το καταλαβαίνω αυτό, ακριβώς.

-Να σου πω και τούτο και ίσως σε βοηθήσω. Δεν συμφέρει και σένα να παινέψεις, τους γεωργούς, και ας γνωρίζεις ότι δεν εμπιστεύονται τους γεωπόνους;

-Γιατί:

-Δεν θα σε νιώσουν φιλικό τους πρόσωπο και καλοπροαίρετο άνθρωπο;

-Ναι.

-Όλοι όσοι παινεύονται δεν θα νοιώσουν καλύτεροι και θα γίνουν πιο συνεργάσιμοι;

-Συμφωνώ, του είπα.

-Σκέψου τώρα, μου είπε, πόσο δυνατό γίνεται αυτό , αν τα παινέματα που λέμε τα πιστεύαμε κιόλας!

-Γιατί δεν τα πιστεύουμε τα παινέματα που λέμε;

-Δεν τα πιστεύουμε τις περισσότερες φορές, γιατί είμαστε ανόητοι και εγωιστές και νομίζουμε ότι ξέρουμε τι χαρίσματα έχει κάθε άνθρωπος και πόσο, ακριβώς, έξυπνος είναι!

-Φίλε μου με εκπλήσσουν αυτά, αλλά τα ακούω ευχάριστα!

-Άκου τώρα, που μου άνοιξες την όρεξη, να σου πω τι έλεγε ο Σωκράτης μας.

-Ξέρεις, του είπα, ότι το Κώνειο, που ήπιε το λέμε στη Μάνη, αμάραγγο.

-Ήταν και λίγο φιλολάκωνας και πρέπει να τον αγαπάς μου είπε, χαμογελώντας.

-Τον Σωκράτη και κείνους όλους, όταν τους πιάνουμε στο στόμα μας πρέπει να σηκωνόμαστε όρθιοι! Δεν συμφωνείς, δάσκαλε;

-Μπράβο, βρε γεωπόνε, χαίρομαι που το λες!

-Τι είπε, ο Σωκράτης, είναι σχετικό με την κουβέντα μας;

-Θα σου πω τον σύντομο διάλογο που είχε σε μια συγκέντρωση με γονείς και παιδαγωγούς και κρίνε συ:

-Οι γονείς και οι παιδαγωγοί τον ρώτησαν: Τι κυρίως μας συμβουλεύεις, Σωκράτη, να κάνουμε για τα παιδιά μας;

-Σωκράτης: « Προπαντός να επαινείται τα ανύπαρκτα προτερήματα τους»

-Γονείς και παιδαγωγοί: Γιατί έπαινο, Σωκράτη, για κάτι που δεν έχουν;

-Σωκράτης: «Γιατί ελπίζουμε ότι όταν το πιστέψουν ίσως το αποκτήσουν»

Θυμάσαι, καλέ μου φίλε, μου είπε, το γέροντα στο αρχονταρίκι της μονής Σιμωνόπετρας του Αγίου όρους, που είχαμε πάει, κείνο το καλοκαίρι, τι μας έλεγε για τον Αριστοτέλη, όταν του είπαμε ότι σπουδάζουμε;

-Τι μου θύμησες τώρα, βρε φίλε και βέβαια θυμάμαι! Σαν να τον βλέπω αυτή τη στιγμή. Σήκωσε το δάκτυλο, έδειξε κατά τα Στάγειρα, και είπε: Ο γείτονας μου ο Αριστοτέλης πίστευε ότι: «είναι στη φύση του ανθρώπου να του αρέσει να μαθαίνει» και συμπλήρωσε, « πρέπει να νοιώθει τυχερός όποιος σπουδάζει».

-Αν είναι σωστό αυτό, φίλε, τότε τι φταίει που πολλοί μαθητές δεν θέλουν να μαθαίνουν;

-Εσύ τι λες;

-Κάπου το έμαθαν να μη θέλουν να μαθαίνουν!

-Μαθαίνονται αυτά;

-Όλα μαθαίνονται!

-Όλα;

-Όλα, εκτός του να πείσεις έστω και ένα Μανιάτη ότι πολέμησαν και άλλοι εκτός από αυτούς, για την ελευθερία της Ελλάδας.

-Δεν μπορείς χωρίς να με πειράξεις;

-Τα πειράγματα είναι το πιο ευαίσθητο θερμόμετρο που μετριέται η φιλία, φίλε μου!

-«Αχ τι όμορφο αυτό», ψιθύρισε, για να μη διακόψει την διήγηση του γεωπόνου η οδοντίατρος.

Εκείνη τη στιγμή   από τα μεγάφωνα του σταθμού ανακοινώθηκε ότι

οι επιβάτες από σταθμό Καλαμάτα για Στούπα- Καστανιά- Σαϊδόνα παρακαλώ να επιβιβαστούν στο λεωφορείο σε πέντε λεπτά.

Μας διέκοψαν την ωραία κουβέντα, φίλε, του είπα.

Διάλειμμα θα κάνουμε, φίλε μου, ποτέ δεν θα σταματήσουμε εμείς τις ωραίες κουβέντες!

Το εύχομαι

Η ευχή είναι προφητεία και οι προφητείες   πραγματοποιούνται!!

Μη μου πεις τώρα ότι πιστεύεις στους προφήτες;

Τις προφητείες πιστεύω, όχι τους προφήτες!

Και ποια η διαφορά!

Οι προφητείες έχουν στοχασμό, ευχή και ευφυΐα.

Και οι προφήτες τι, δεν είναι το ίδιο:

Όχι! Κανένας ευφυής και στοχαστής δεν λέει ότι είναι προφήτης!

Και τόσοι που λένε οι άνθρωποι ότι υπήρξαν ή υπάρχουν:

Οι άνθρωποι τους λένε προφήτες οι ίδιοι ξέρουν ότι δεν είναι προφήτες.

Τι μυστήρια πράγματα μου λες τώρα, που δεν έχουμε και χρόνο να τα κουβεντιάσουμε;

Άκου, φίλε, για να τελειώνουμε και να σε αποχαιρετήσω, μου είπε. Το βλέπεις το μοναστήρι της Βελανιδιάς, εκεί ψηλά στον Ταΰγετο και μου το έδειξε.

Το βλέπω είπα!

Εκεί ήταν καλόγηρος ο Παπαφλέσσας

Το ξέρω και τι με αυτό;

Σε ρωτώ, γεωπόνε, ήταν προφήτης ο Παπαφλέσσας;

Όχι, βέβαια, του απάντησα!

Συμφωνώ και εγώ! Άκου όμως μια προφητεία που είπε, όταν μάλωσε με τους τούρκους κι αναγκάστηκε να φύγει για να σωθεί: Τώρα φεύγω, τους φώναξε, αλλά να ξέρετε ότι θα γυρίσω πίσω ή δεσπότης ή πασάς!

Γύρισε, όχι μόνο δεσπότης ή πασάς άλλα υπουργός του έθνους!

Δεν είναι αυτό προφητεία, καλέ μου φίλε;

Είναι κατά κάποιο τρόπο του είπα!

Όχι κατά κάποιο τρόπο, είναι προφητεία όπως όλες οι προφητείες και πραγματοποιούνται- όσες πραγματοποιούνται- επειδή τις πιστεύουν οι άνθρωποι και όχι επειδή τις λένε οι προφήτες.

Επειδή ,απλά, τις πιστεύουν οι άνθρωποι ρώτησα;

Βέβαια! Αν τις προφητείες των προφητών δεν τις ακούσουν οι άνθρωποι δεν θα επαληθευτούν ποτέ!

Γιατί;

Γιατί καμιά προφητεία δεν είναι αληθινή!

Τότε πως επαληθεύονται

Γιατί τις πιστεύουν σαν αληθινές οι άνθρωποι!

Αυτό που είπε και ο Σωκράτης, δηλαδή, του είπα.

Ακριβώς, μόνο που τώρα αυτό λέγεται αυτό-εκπληρωμένη προφητεία.

Από τα μεγάφωνα μας ξανακάλεσαν να επιβιβαστούμε.

- Να μου γράψεις, φίλε, του είπα, εντυπώσεις και νέα σου.

-Όρεξη να έχεις να διαβάζεις!

Στο καλό φίλε μου!

Αντίο φίλε.

Το τήρησε. Τόμο φτιάχνω με τα γράμματα που μου έγραψε!

Αφού ξεκίνησε το λεωφορεία της γραμμής, μετά από διαδρομή δυόμιση ωρών τον αποβίβασε σε ένα σταυροδρόμι Σαιδόνας- Δρυόπης και συνέχισε πεζοπορία, άλλη μια ώρα για να φτάσει, τελικά, στο χωριό το Καρυοβούνι ή Αράχοβα.

Ήταν ωραία και ζεστή μέρα του Σεπτέμβρη και έλαμπαν όλα από ευτυχία μέσα του. Είχε μια καλή δουλειά και θα ήταν και ο διευθυντής του σχολείου, του εαυτού του διευθυντής, αλλά διευθυντής, έτσι μου έγραφε.

Περνώντας ,φίλε, μέσα από το πολύ μικρό χωρίο Δρυόπη, ακούσα μέσα από μια αυλή, κρυμμένη από ψηλή μάντρα με εξώπορτα, ένα τραγούδι όλο παράπονο, παλιό κλέφτικο «τι έχουν της Μάνης τα βουνά….» . Πλησίασα την μάντρα και σηκώθηκα ψηλά στα δάκτυλα των ποδιων και κοίταξα μέσα. Κάτω από τον ίσκιο μιας μουριάς καθόταν και τραγουδούσε ένας με γεροντική φωνή, αδύνατος, ξεσκούφωτος, με ένα βρεγμένο παξιμάδι μπροστά του και ένα ποτήρι κρασί. Όλη η Μάνη σε μια εικόνα, σε ένα τραγούδι, φίλε!! Έφυγα χωρίς να μιλήσω, δεν ήθελα να χαλάσω το καλύτερο καλωσόρισμα που μου έκανε η πατρίδα σου. Δεν γνώριζα, άλλωστε και αν είχα χρόνο! Πρώτη φορά στη Μάνη, πρώτη φορά σε άγνωστο, έρημο και ορεινό μέρος, βιαζόμουν!!

Σε όλο το δρόμο αναμόχλευα την ιστορία στο μυαλό μου να βρω τις ρίζες τούτου του τραγουδιού.

Όταν έφτασα, τελικά, στο κορφοβούνι, στην μικρή πλατεία του χωριού, δεν υπήρχε ψυχή και τα δύο μικρά μαγαζάκια ήταν κλειστά.

Μια γιαγιά, ο μοναδικός κάτοικος του χωριού εκείνη την ώρα, είδε από μακριά ξένο στο χωριό και αμέσως τον πλησίασε αργά και τον ρώτησε.

-Ποιος είσαι εσύ, παιδάκι μου

-Κυρία, είμαι ο νέος δάσκαλος του χωριού, της απάντησε.

-Όταν άκουσε η γιαγιά ποιος της μιλούσε και πως την αποκάλεσε άφησε στην άκρη το καλάμι στήριγμά της, έφτιαξε το μαντίλι της και με τις παλάμες της έκανε σαν να ένιβε το πρόσωπο της

-Καλωσόρισες ,γιέ μου!

-Ευχαριστώ, κυρία, καλώς σας βρήκα!

-Η Λιάκαινα είμαι, γιαγιά να με λες, έχω εγγόνια στα χρόνια σου!

-Της είπε το όνομα του.

-Μας βρήκες στην χειρότερη ώρα, όλοι είναι στα δουλειές, θα γυρίσουν σαν σουρουπώσει ;

-Μη στενοχωριέσαι, θα περιμένω!

-Άκου στενοχωριέμαι !Δωσ’ μου μάτια να βλέπω μορφωμένους ανθρώπους, του είπε!

-Σε ευχαριστώ, της είπε κοκκινίζοντας. όλοι οι άνθρωποι είναι αξιαγάπητοι1

Δεν αντιλέγω γιέ μου αλλά να ,πώς να το πω, μοσχοβολάνε οι λέξεις τους σαν τους ακούω!

Τούτες οι κουβέντες τον μάγεψαν, χρόνια μετά, όταν με αγωνία οι γονείς κάθε φορά τον ρωτούσαν: «τι να κάνουμε για να μάθουν γράμματα και να μορφωθούν τα παιδιά μας» τους έλεγε:

-Να κάνετε ότι έκανε και η γριά Μανιάτισσα

-Δηλαδή;

-Να κοιτάτε κατά κει που θέλετε να πάνε τα παιδιά σας και θα πάνε εκείνα .

Τίποτε άλλο, τα άλλα έρχονται μόνα τους και τους έλεγε την ιστορία.

-Κάποτε, κυρ δάσκαλε, είπε η γιαγιά, μας είπαν να μας κάνουνε εργοστάσιο ξυλείας εδώ στην περιοχή για να δουλεύει ο κόσμος.

-Τι θα έφτιαχνε το εργοστάσιο, την ρώτησε;

-Θα έφτιαχνε στην αρχή ξύλα ακατέργαστα, απελέκητα που λέμε εμεις, από τα έλατα και μετά …..στειλιάρια για σκεπάρνια και τσεκούρι. Είπε με θυμόσοφη ειρωνεία η γιαγιά.

Αλλά εσείς είπαμε όχι, φαντάζομαι!

-Σχολεία να μας φτιάξετε, είπαμε και γέμισε, παιδάκι μου, η Μάνη την Ελλάδα με γιατρούς, δικαστικούς, στρατηγούς και δικηγόρους.

-Μπράβο!

-Εμ τι; Στειλιάρια είχαμε, θέλαμε κι άλλα;

-Δάσκαλος δεν σπούδασε κανείς; Την ρώτησε, τάχα από άγνοια και αδιάφορα, ενώ ήξερε ότι η Μάνη είχε πολλούς δασκάλους.

-Αχ μωρέ δάσκαλε, δεν με αφήνεις να απαγκιάσω!

-Γιατί, τι κακό είπα;

-Δεν είπα για δασκάλους για να μην πεις ότι παινεύομαι μπροστά σου.

-Δασκάλους να δουν τα μάτια σου, στα πανεπιστήμια και στα σχολεία!

-Ναι αλλά το εργοστάσιο θα έφερνε χρήματα στα χωριά, της είπε, χωρίς να το πιστεύει αυτό. Απλά ήθελε να την προκαλέσει πειράζοντάς την !

-Αχ, αχ δάσκαλε, εσύ ένοιωσες τον πόνο μου για τα γράμματα και με κεντάς!

Γέλασε ,ο δάσκαλος και η γιαγιά συνέχισε.

-Και τότε τι θα είχα να παινευτώ για τα στειλιάρια μας.

-Τα παιδιά σου γιαγιά εσένα είναι μορφωμένα;

-Δεν ξέρω για μορφωμένα, άλλοι ας το πουν, γραμματισμένα όμως είναι!

-Το ίδιο είναι γιαγιά, τι μορφωμένα, τι, γραμματισμένα!

-Όχι γιε μου υπάρχουν γραμματισμένοι που νοιάζονται μόνο πώς να κερδίσουν από τα γράμματα που έμαθαν και όχι πώς να βοηθήσουν τους ανθρώπους ή δεν συμφωνείς;

Συμφωνώ γιαγιά της είπε!

-Ε, αφού συμφωνείς, για λέγε του λόγου σου τι είναι αυτό που κάνει τους γραμματισμένους να μην είναι όλοι τους και μορφωμένοι.

Αυτό που είπες και εσύ γιαγιά! Η αγάπη! Μορφωμένος δεν γίνεται κανείς!

-Τι εννοείς!

-Μορφωμένος είναι κάποιος μόνο όσο δεν σταματά να μαθαίνει, και όσο βοηθάει και άλλους να μαθαίνουν.

-Εσύ, δηλαδή, τώρα, γιε μου, σαν να λες ότι και εμείς εδώ οι άνθρωποι του χωριού που βοηθάμε με το στέρημά μας να μάθουν γράμματα τα παιδιά μας είμαστε μορφωμένοι;

-Βέβαια γιαγιά.

-Τότε το χωριό μας έχει πολλούς μορφωμένους ανθρώπους , ελπίζουμε να είναι και τα παιδιά μας που έμαθαν γράμματα, είπε και γέλασε.

-Το πιστεύω ,της είπε…...

-Σε λίγο, θα βασιλέψει ο ήλιος, και θα έρθουν οι άνθρωποι. είπε η γιαγιά, αλλάζοντας κουβέντα. Μέχρι τότε τι να κάνω για σένα

-Ευχαριστώ, τίποτα, είπε, μόνο θα ήθελα να δω που είναι το σχολείο.

-Να, του έδειξε, εκεί πέρα είναι! Πήγαινε να το δεις και σαν γυρίσεις θα φέρω κάτι να σε φιλέψω, δεν πιστεύω να είσαι ακατάδεκτος;

-Όχι-όχι, είπε, γελώντας, κάνετε όπως θέλετε.

Πήγε στο σχολείο το περιεργάστηκε βιαστικά, δεν είχε κλειδιά για να μπει μέσα. Ήταν ένα τυπικό συμπαθητικό κτήριο με αρχιτεκτονική ,λιτότητα και ευρύχωρο προαύλιο, όπως όλα τα σχολεία της ελληνικής επαρχίας, που βοήθησαν οι κάτοικοι με προσωπική εργασία και οικονομική συνεισφορά να κτιστούν.

(Φίλε μου, έγραφε σε ένα γράμμα του. Αν είναι σωστός ή όχι ο προσανατολισμός μας στη ζωή, φαίνεται από την προσωπική θυσιαστική προσφορά των γονιών, που βοηθάει να μορφωθούν τα παιδιά τους. Αυτή η θυσιαστική προσωπική προσφορά των Ελλήνων, προς τα παιδιά τους, είναι ανώτερη από εκείνη των κατοίκων οποιασδήποτε άλλης χώρας, συγκρινόμενη! Αυτά πρέπει να τα πω κάποτε σε ένα διεθνές συνέδριο. Όταν του έγραψα τι εννοεί με το «θυσιαστική προσωπική προσφορά» μου απάντησε: Είναι η θυσία των Ελλήνων γονέων να πουλούν και το παντελόνι τους για να σπουδάσουν τα παιδιά τους.

Σαν επέστρεψε, από την επίσκεψη του στο σχολείο πάλι στην πλατεία, τον περίμενε η ευγενική γιαγιά και του πρότεινε να καθίσουν στην πέτρινη βρύση που ήταν εκεί δίπλα.

Καθίσανε στη βρύση και άρχισε, η γιαγιά, να σπάει με μια πέτρα καρύδια, που είχε φέρει από το σπίτι της, ενώ ο δάσκαλος έπινε δροσερό νερό από το λιμπί της βρύσης της πέτρινης   που ήταν περίτεχνη και έτρεχε πηγαίο νερό..

-Τώρα θα περιμένεις να σου πω περισσότερα για το χωριό μας, είπε, και άρχισε χωρίς να περιμένει απάντηση, αφού την διάβαζε, η έξυπνη Μανιάτισσα, στην καλή του διάθεση και του το είπε.

-Το βλέπω στα μάτια σου πως περιμένουν!

(βέβαια, τα αυτιά του περίμεναν, αλλά βλέπετε οι άνθρωποι ποτέ δεν προσέχουν τους σιωπηλούς που αφουγκράζονται. Αυτούς που κάνουν θόρυβο ακούν.)

-Αυτή η ωραία βρύση, της είπε, είναι κτισμένη από παλιά;

Ναι την έφτιαξαν παλιά, παλιοί ξένοι μάστορες.

Θα κόστισε πολύ τούτη η ωραία βρύση σε ένα τόσο μικρό χωριό;

Δυστυχώς δεν θυμάμαι, είπε αμήχανα η γιαγιά.

-Γιατί δυστυχώς; Ρώτησε ο δάσκαλος ,που κατάλαβε το δισταγμό της.

-Αυτό είναι μια ιστορία, που δεν θα την καταλάβεις, αν σου την πω τώρα. Θα σου την πω καμιά άλλη φορά.

-Όπως νομίζετε, γιαγιά

-Δεν πιστεύω να σε κουράζω με τις ιστορίες;.

-Όχι-όχι, είπε γρήγορα και κοφτά, δεν με κουράζεις καθόλου.

Της μίλησε στον ενικό γιατί αυτό, νόμιζε, τον έκανε πιο φιλικό μαζί της.

-Το χωριό μας, στις είκοσι Αυγούστου, έχει γιορτή και πανηγύρι. Το καλύτερο της μέσα Μάνης, μη σου πω κι όλης της Μάνης!

-Αλήθεια;

-Κόσμος να δεις και χορούς στην Αράχοβα!

-Στο Καρυοβούνι, θέλεις να πεις;

-Το χωριό μας έχει δυο όνοματα, το λένε Αράχοβα, αλλά στα χαρτιά Καρυοβούνι, εσύ θα το ξέρεις από τα χαρτιά.

-….Ναι!

-Αλλάξαμε το όνομα για να έχουμε ήσυχο το κεφάλι μας. Σε ρωτάει, ο άλλος, τι πάει να πει, Αράχοβα και λες εσύ, δεν ξέρω και σωστά ,αφού τέτοια λέξη οι παλιοί δεν είχαν. Σου λέει όμως, τι πάει να πει Καρυοβούνι και λύνεται η γλώσσα σου.

-Έτσι έ; Της είπε και γέλασε.

-Δεν ξέρω αν τα λέω και σωστά, αγράμματη είμαι, μη με παρεξηγείς.

-Δεν σε παρεξηγώ, σωστά τα λες, έχουν κρυφές αλήθειες και τα δύο;

-Τούτο το χωριό, που βλέπεις, συνέχισε η γιαγιά, δεν το διαλέγει άνθρωπος, παρά μόνο αν θέλει τη λευτεριά, που του δίνουν τούτα τα βουνά. Εσύ θα ξέρεις σαν γραμματισμένος, ότι ο Κολοκοτρώνης διάλεγε το διπλανό μας χωριό, τη Μηλέα, να μένει η οικογένειά του, όταν έσφιγγαν τα πράγματα. Και στο δικό μας θα ερχόταν, δεν είναι και τόσα αλάργα

-Οπωσδήποτε!

-Εδώ όπως βλέπεις είναι, γύρο - γύρο, βουνά και ζούμε από τα λίγα ζώα και τα λίγα περιβολάκια. Συγκοινωνία δεν έχουμε, ούτε ηλεκτρικό φως. Είμαστε μακριά από τον κόσμο. Όμως να μη λέω και ψέματα έχουμε ένα τηλέφωνο στην κοινότητα . Ακόμα και σήμερα δεν έχουμε συγκοινωνία αλλά παλαιοτέρα ήταν πιο απομονωμένο, δεν υπήρχε καν δρόμος για να βγούμε στον έξω κόσμο, παρά μόνο στενά μονοπάτια.

-Όταν δεν υπάρχει συγκοινωνία είναι όλα δύσκολα και οι γιατροί μακριά, της είπε

-Που γιατροί; Που γιατρικά, εδώ ,δάσκαλε!

Ο δάσκαλος, συμφωνούσε κουνώντας το κεφάλι του

-Οι άνθρωποι στραβώνονταν, κουφαίνονταν, έχαναν τη λαλιά τους και τη ζωή τους χωρίς να ξέρουν το γιατί. Όλα τα έριχναν στα κακά δαιμονικά, στις νεράιδες και στα φαντάσματα. Είχαμε γεμίσει εμείς και όλοι η Μάνη με νεράιδες, μια ,λένε, την παντρεύτηκε ο Μαυρομιχάλης και έκανε λεβεντογενιά.

-Μπα, την διέκοψε, κάπου θα την έκλεψε και ντρεπόταν να το πει. Έτσι θα έφτιαξε τούτη την ιστορία, σαν δικαιολογία.

-Ξέρω και εγώ , παιδάκι μου, τι είναι ,από όλα τούτα αλήθεια και τι ψέμα; Έκανε λίγη σιωπή και συνέχισε.

-Εδώ σηκώνετε η τρίχα σου, σαν λένε τέτοιες ιστορίες και τρέμουν από φόβο μεγάλοι και μικροί!

-Υπάρχουν τέτοιες ιστορίες ,εδώ στο χωριό, για νεράιδες την ρώτησε με έξαψη και απορία.

-Χιλιάδες, που λέει η κουβέντα, αλλά παίρνει κανείς όρκο ότι είναι αληθινές;

-Δίκιο έχεις!

-Αυτά λένε και άλλα πολλά ,αλλά εσύ δάσκαλε, μην τα πιστεύεις αυτά και φοβάσαι.

-Γιατί, γιαγιά, να φοβάμαι εγώ της είπε.

-Γιατί,, παιδάκι μου, τον γκρεμισμένο παλιό μύλο με τις νεράιδες, που λένε ότι σκότωσαν τον μυλωνά και που όταν περνούν τις νύχτες τα παιδιά για να πουν τα κάλαντα τρέμουν από φόβο, τον επισκεύασαν φέτος το καλοκαίρι  για να έχεις που να κοιμηθείς.

Μέχρι τώρα που μέναμε οι δάσκαλοι που έρχονται στο χωριό; Την ρώτησε με φανερή ανησυχία.

Ο δάσκαλος που μέχρι τώρα είχαμε, ήταν από το χωρίο μας και έμενε στο δικό του σπίτι, γέρασε και πήρε σύνταξη το καλοκαίρι. Θα τον γνωρίσεις είναι πολύ καλός.

Ακούγοντας αυτές τις πληροφορίες για την κατοικία του, ο δάσκαλος, έβηξε. Παραλίγο να πνιγεί από ένα καρύδι!

-Για συνέχισε, γιαγιά, είπε με κολλώδη φωνή!

Η τετραπέρατη γιαγιά κατάλαβε, ότι αυτό με το σπίτι κα τα φαντάσματα. τον έβαλε σε σκέψεις .

Σταμάτησε την κουβέντα και είπε: .Ποιος τα πιστεύει σήμερα αυτά παιδάκι μου, πιες λίγο νερό, του είπε και προσπάθησε, η γιαγιά, να αλλάξει θέμα.

-Δεν μου, είπες του λόγου σου, από πιο καλό μέρος μας έρχεσαι:

-Θα τα πούμε αυτά, μα τώρα λέγε τι έγινε με τα κάλαντα των παιδιών και τρόμαξαν, τη ρώτησε όλο περιέργεια;

-Να, του είπε, για να τελειώνει με τούτη την ιστορία με τα φαντάσματα, δεν πάνε πολλά χρόνια, μια παραμονή Χριστουγέννων, τρία παιδιά έλεγαν τα κάλαντα, ο Τζανής, ο Νίκων και ο Πέτρος.

-Είχαν, βλέπω, και οι τρεις ιστορικά ονόματα της Μάνης. της είπε

-Το συνηθίζουμε εμείς.

-Λοιπόν;

-Ξεκίνησαν, που λες, νύχτα βαθιά ,όπως συνηθίζεται εδώ, να λένε τα κάλαντα. Ξεκίνησαν από το σπίτι του Ζαγάκου, ή του Μελιγκάκου, άλλοι λένε από του Γιατράκου ή Ριζάκου, δεν θυμάμαι και καλά,.

-Πόσα σπίτια έχει το χωριό;

-Το χωριό μας έχει όλα –όλα 27 σπίτια.

-Να μην τα πολυλογώ,, όταν τελείωσαν είπαν να πάνε όλοι μαζί στη βρύση, να εδώ που είμαστε, καλή ώρα, εμείς, για να δουν πως πήγε ο κόπος τους.

-Σαν πέρναγαν, δίπλα από τους παλιούς μύλους, άκουσαν μια βουή δυνατή και φωνές γυναικείες να έρχεται από τους παλιούς μύλους. Τα παιδιά φοβήθηκαν και άρχισαν να τρέχουν, γιατί ήταν νύχτα και είχαν ακούσει τόσα πολλά για τους μύλους, τις νεράιδες και τα στοιχειά.

Η γιαγιά κατάλαβε ότι ο δάσκαλος άρχισε να αλαφιάζεται και φρόντισε γρήγορα-γρήγορα να κλείσει τούτη την ιστορία!

Καθώς έτρεχαν, συνέχισε, τους έπεσαν τα χρήματα. Σκόρπησαν και χάθηκαν.

Βούιξε το πρωί, το χωριό. Καθένας, το εξήγαγε όπως ήθελε, δεν ήξεραν τι έλεγαν. Ο ένας έλεγε το μακρύ του και ο άλλος το κοντό του.

-Να ! αυτό είναι όλο-όλο!

-Τελικά τι ήταν την ρώτησε;

-Εγώ λέω αέρας θα ήταν και μακρινά γαυγίσματα σκυλιών, εσύ τι λες, δάσκαλε ;

-Δεν της απάντησε της γιαγιάς, αλλά ευχόταν μέσα του να ήταν αέρας!!!

Η οδοντίατρος και οι άλλοι, μέσα στο αυτοκίνητο, γέλασαν πνιχτά.

-Τα έχασαν όλα τα χρήματα έ, ρώτησε τη γιαγιά, αμήχανα, ο δάσκαλος!

- Τα έχασαν, αλλά άκου να δεις τι έκαναν τούτα τα σχολιαρούδια.

-Τι έκαναν; Ρώτησε, με ενδιαφέρον!

-Τούτη είναι άλλη ιστορία , αλλά αφού με ρωτάς και καλά κάνεις, τι μουγγοί θα καθόμαστε!

- Όχι ,γιαγιά, είπε αφηρημένος, σε ακούω!

- Στα τρία αυτά παιδιά την άλλη μέρα, οι γονείς τους, για να τα παρηγορήσουν τους έδωσαν μερικά αυγά και εκείνα πήγαν να τα πουλήσουν και να πάρουν καμιά δραχμή, αφού είχαν χάσει την νύχτα τα λεφτά τους από τα κάλαντα.

Α! μπράβο στους γονείς που σκέφτηκαν έτσι ,της είπε ο δάσκαλος.

-Μπράβο είπαμε όλοι, γατί το κάθε αυγό πουλιόταν τότες μια δραχμή και οι δραχμές είχαν αξία τότες!

Του άρεσε το τελικό σίγμα στα «τότες» της γιαγιάς ,αλλά δεν είπε τίποτα.

-Λοιπόν, για συνέχισε, γιαγιά, την ρώτησε. Πόσα αυγά μάζεψε το κάθε παιδί.

Θα συνεχίσω του είπε, αλλά πρόσεχε και συ λίγο μην τα μπερδέψω και δεν τα πω σωστά.

Τα παιδιά συναντηθήκαν αργά το απόγευμα και μέτραγαν τα αυγά που τους έδωσαν. Ο Πέτρος και ο Τζανής είχαν λίγα τα περισσότερα τα είχε ο Νίκων.

Σαν είδε ο Νικων πόσα λίγα αυγά είχαν οι φίλοι του, τους είπε: Ακούστε παιδιά, είμαστε φίλοι και οι φίλοι οι καλοί στην ανάγκη φαίνονται.

Αν τα αυγά, που μου έδωσαν εμένα οι γονείς μου, φτάνουν θα σας διπλασιάσω αυτά που έχετε τώρα!

Πράγματι τα αυγά του έφτασαν και διπλασίασε τα αυγά των φίλων του και του περίσσεψαν, όμως, ελάχιστα.

Αυτό δεν το δέχομαι, είπε ο Πέτρος όταν είδε πόσα λίγα αυγά έμειναν στον Νίκων. Τώρα νομίζω ότι και τα δικά μου αυγά   φτάνουν να σας διπλασιάσω κι εγώ αυτά που έχετε, είπε ο Πέτρος.

Πράγματι έφτασαν τα αυγά του Πέτρου και διπλασίασε τα αυγά των φίλων του και του περίσσεψαν μερικά.

Αυτό που κάνατε είναι υπέροχο δείγμα φιλίας, είπε ο Τζανής, αλλά θα κάνω κι εγώ το ίδιο. Αν τα αυγά μου τώρα φτάνουν θα σας διπλασιάσω κι εγώ αυτά που έχετε.

Πράγματι τα αυγά του έφτασαν και διπλασίασε τα αυγά των φίλων του και μάλιστα, όλοι οι φίλοι, ο Νίκων, ο Πέτρος και ο Τζανής είχαν τώρα όλοι, ίση ποσότητα από αυγά .

-Δεν είναι αυτό θάμα δάσκαλε ; ή δεν πιστεύεις στα θάματα, είπε, η γιαγιά!

Έπρεπε να απαντήσει, ευθέως, σε αυτή την ερώτηση, γιατί η γιαγιά, ίσως ρώτησε σκόπιμα!

-Όλος ο κόσμος πιστεύει, της είπε!

-Ποιος γνωρίζει όλο τον κόσμο, παιδάκι μου, εγώ γέρασα και σήμερα έμαθα εσένα!.

Κατάλαβε, ο δάσκαλος, ότι έχει να κάνει με μια τετραπέρατη γιαγιά και δεν χωρούσαν εδώ διφορούμενες κουβέντες και εξυπνακίστικες υπεκφυγές.

-Εγώ, γιαγιά, πιστεύω και στα θαύματα και στα φαντάσματα, της είπε μισογελώντας, για να βγει από τα δύσκολα!

Δεν φάνηκε να ικανοποιήθηκε απόλυτα με την απάντηση του, γιατί μουρμούρισε με νόημα, η γιαγιά!

-Αχ τα γράμματα, τα γράμματα!

Πως ακονίζουν τα μυαλά και μας γλιστρά σαν χέλι.

Χαμογελά και λέει πολλά και κρύβει ό,τι θέλει!

Καλέ μου φίλε γεωπόνε, μου έγραψε σε ένα γράμμα του, βρέθηκα σε πολύ δύσκολη θέση με την ερώτηση της γιαγιάς. Πόσο περισσότερο μπορεί να μιλήσει κανείς με σαφήνεια και ειλικρίνεια, για τέτοια θέματα και ταυτόχρονα να δείχνει ευγένεια, σε ανθρώπους, που σέβεσαι και αγαπά και δεν θέλει ούτε να εκτεθεί, αλλά ούτε και να τους αμφισβητήσει ό,τι όμορφο πιστεύουν, λέγοντας τους ότι «δεν ξερώ αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν θαύματα και φαντάσματα. Μπορεί και να υπάρχουν, όπως λένε πολλοί αφελείς! Μπορεί και να μην υπάρχουν, όπως ισχυρίζονται οι ανόητοι».

-Καλέ, έχεις ωραίο φίλο! διέκοψε τον γεωπόνο η Μαργαρίτα, η οδοντίατρος και έγινε για λίγο σιωπή στο αυτοκίνητο!

-Ευχαριστώ και συμφωνώ, είπε ο γεωπόνος και συνέχισε.

Η γιαγιά δεν πήρε την απάντηση που ήθελε, αλλά φαινόταν ότι τον συμπάθησε και δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο!

Άλλαξε, αμέσως, κουβέντα.

-Ναι, τον διέκοψε, αλλά δεν έχω αποτελειώσει την ιστορία με τα παιδιά, θέλεις να μάθεις τι έκαναν με τα αυγά που μοιραστήκαν τελικά;

Και το ρωτάς, γιαγιά, σε ακούω.

-Ρε παιδιά, είπε ο Τζανής, την άλλη μέρα στους φίλους του, όλοι μιλούν στο χωριό για μας και για τον τρόπο που μοιραστήκαμε τα αυγά !

-Αυτό είναι αλήθεια και μας κάνει πολύ υπερήφανους, είπαν οι άλλοι δυο.

-Σωστό αυτό, αλλά εγώ προτείνω να κάνουμε και κάτι άλλο, πιο εντυπωσιακό!

-Σαν τι, ρώτησαν, τα άλλα δύο παιδιά, με ενδιαφέρον.

-Να πουλήσουμε όλα μας τα αυγά- κάνει μια δραχμή το ένα -και να πάρουμε   δώρα για τα μικρά παγίδια που φοιτούν στο Δημοτικό σχολείο και να τα μοιράσουμε την πρωτοχρονιά που έρχεται ,Τι λέτε;

-Χωρίς δισταγμό δέχτηκαν και οι άλλοι δύο και αφού πούλησαν τα αυγά αγόρασαν σε όλα τα παιδιά του δημοτικού σχολείου δώρα, από μια κούκλα για κάθε κορίτσι και από ένα τόπι για κάθε αγόρια.

-Μπράβο είπε ο δάσκαλος! Θα τους έφτασαν τα λεφτά γιατί το σχολείο σαν μονοθέσιο που είναι το πολύ- πολύ να είχε μέχρι είκοσι πέντε παιδιά. Έτσι ορίζει ο νόμος!

-Η γιαγιά διστάζει λίγο να απαντήσει. Σκέφτηκε να του τα πει όλα, όπως πολύ καλά τα θυμόταν, ή να τον ρίξει στον γιαλό να δει τι ψάρια πιάνει τούτος ο δάσκαλος;

-Δεν τα θυμάσαι φαίνεται γιαγιά, της είπε, δεν πειράζει.

-Πειράζει, γιατί κάτι τέτοια μου θυμίζουν τα γερατειά μου, αλλά εγώ θα πω όσα θυμάμαι

-Λέγε μου, αν τους έφτασαν τα λεφτά, την ρώτησε, για να την βγάλει από τη δύσκολη θέση, που νόμιζε ότι έβαλε την γιαγιά (που να φανταζόμουν, φίλε, μου έγραψε, ότι η γιαγιά ζύγιζε το μυαλό μου με επιδέξιο τρόπο.(αξιολόγηση το λέμε στα συμβούλια και τεστάρισμα στις παρέες)

-Θυμάμαι, συνέχισε η γιαγιά, ότι τους έφθασαν τα λεφτά ίσα -ίσα, ευτυχώς, αφού το ένα δώρο έκανε δύο δραχμές και το άλλο τρεις, τα αγόρια ,θυμάμαι, ήταν δύο λιγότερα, από τα κορίτσια

Θα σπάσω, όμως, εδώ μπροστά σου το κεφάλι μου, αν δεν θυμηθώ!.

-Δεν πειράζει γιαγιά της είπε με κατανόηση1

-Δεν θέλω παρηγοριές! Γιατρειά θέλω για να θυμηθώ. Κλούβιαινε το κεφάλι μου.

Μπορείς να με βοηθήσεις, γιε μου, είπε με απελπισία και με βλέμμα, μάλλον, υποτιμητικό στο δάσκαλο!

Τα λόγια αυτά τον διαπέρασαν. Ήταν μια ευθεία αυτό-προσβολή, η φράση της γιαγιάς, ένας αυτό-σαρκασμός, που συνηθίζουν να κάνουν στους εαυτούς τους, οι ευγενείς άνθρωποι των χωριών, όταν δεν θέλουν, κατάμουτρα. να προσβάλουν κάποιον που σέβονται , αν και λέει ανοησίες.

Προσποιούνται τους αφελείς, παραβλέπουν την ανοησία και κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν, ενώ μέσα τους λένε : «άνοιξε τα μάτια σου και το μυαλό σου ,να δεις καλύτερα».

Κατάλαβε ότι κάτι υπονοούσε η γιαγιά, κάτι περίμενε από το δάσκαλο να σκεφτεί εκείνος και να το βρει και όχι, βεβαία, να βοηθήσει την μνήμη της γιαγιάς που τα θυμόταν όλα πολύ καλά.

Συνήλθε, από την έκπληξη και άργησε να ξανασκέφτεται τα δεδομένα: Το πολύ να είχε το σχολείο είκοσι πέντε παιδιά, δύο κορίτσια περισσότερο από τα αγόρια και το ένα δώρο έκανε δύο δραχμές και το άλλο τρεις. Τα λεφτά τα πήραν από τα αυγά που πούλησαν. Αλλά πόσα ήταν τα αυγά που μοιράστηκαν τα παιδιά και ποιο από τα δύο δώρα κόστιζε δυο δραχμές και ποιο τρεις; Το τόπι ή η κούκλα;

Σκέφτηκε αρκετά, ενώ η γιαγιά κοιτούσε, τάχα αδιάφορα, μακριά, χωρίς να μιλά, σαν να μην θέλει να διαταράξει την σκέψη του δασκάλου.

Πέρασε αρκετή ώρα ,πολύ ώρα, απόλυτης σιωπής. Κάποια στιγμή, χαμογελαστός και ήρεμος πλησίασε την γιαγιά, έσκυψε, κρυφά, στο αυτί της σαν να ήθελε να μην ακούσει άλλος κανείς και την ρώτησε σαν να είχε τάχα αμφιβολία: Τόσα δεν ήταν τα αγόρια ,τόσα τα κορίτσια, τόσο κόστιζαν οι κούκλες και τα τόπια και τόσα τα λεφτά που πήραν τα παιδιά;

-Έλα, μωρέ δάσκαλε, να σε φιλήσω, τι κι αν είμαι γριά και καλογριά μπορεί να ξεσηκώσει το κεφάλι που σκέφτεται!

-Μπράβο, σε σένα της είπε!

Σε μένα μπράβο, ή σε σένα γιέ μου!

Σε σένα γιαγιά!

Γιατί, με το συμπάθιο;

Γιαγιά, της είπε! Ανθρώπους για να παινέψουμε έχουμε πολλούς! Ανθρώπους που να παινεύουν θέλουμε, αυτοί είναι οι θησαυροί!

Τον κοίταζε αρκετή ώρα αμίλητη, αρκετή ώρα αμίλητη και σκεφτικη1.

-Για τους επαίνους, γιαγιά , ζούμε όλοι, προπάντων για τους επαίνους!

Ξανά σιωπή η γιαγιά.

- Και η Μάνη, από τους επαίνους μεγάλωσε, της ξαναείπε.

-Από τους επαίνους; Τον ρώτησε.

-Δεν βγάζουν αλλιώς φτερά οι άνθρωποι, για να πετάξουν, γιαγιά!

-Καλώς όρισες, στο χωριό μας, κύριε δάσκαλε! Και τον ξαναφίλησε.

Της υποκλίθηκε χαμογελώντας!

-Τώρα που τέλειωσα λέγε, του λόγου σου, από πιο καλό μέρος μας έρχεσαι, τον ρώτησε:

Εγώ ,γιαγιά, γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό με ανθρώπους ολόιδιους με σένα. Το χωριό μου το λένε…….. Δεν πρόφτασε να συνεχίσει γιατί εκείνη τη στιγμή ήρθαν δύο νέοι άνδρες, που μόλις επέστρεψαν από τις δουλειές τους και ρώτησαν, αν είναι ο νέος δάσκαλος που περιμένουν να τους στείλει ο Επιθεωρητής

Ναι, τους είπε.

Συστηθήκανε και στη συνέχεια τον ενημέρωσαν για το σχολεία και για τα παιδιά.

-Αύριο το πρωί θα έρθει από το διπλανό χωριό ο παπάς για τον αγιασμό του σχολείου και μετά θα κάνουμε μια μικρή γυρτή για να αποχαιρετίσουμε τον παλιό δάσκαλο που υπηρέτησε εδώ στο χωρίο μας σχεδόν σαράντα χρόνια, θα είναι όλο το χωριό.

-Να πεις κι εσύ, που ξέρεις γράμματα, δυο τρεις καλές κουβέντες ,σαν αποχαιρετισμό! Ήταν καλός δάσκαλος.

-Τώρα, δάσκαλε, πάμε να σου δήξουμε το σπίτι που θα μένεις!

Που να ήξεραν αυτά που έμαθε για την κατοικία του. από τη γιαγιά. θα του έφερναν μεγάλες αγρύπνιες.

Δεν θυμηθήκαν οι χωρικοί ποτέ, τρία χρόνια που έμεινε στο χωριό, να έσβησε καμιά νύχτα η λάμπα πετρελαίου από το σπίτι του δασκάλου , που ήταν κτισμένο πάνω στους παλιούς μύλους. Τους έλεγε ότι μένει ξάγρυπνος για να διαβάζει, αλλά η αλήθεια ήταν ότι διάβαζε για να μένει ξάγρυπνος.

Εσείς τι λέτε; Ρώτησε την παρέα του ο γεωπόνος.

Όλοι έσκασαν σε δυνατά γέλια!

Το επόμενο πρωί έγινε ο αγιασμός και η μικρή γιορτή για τον αποχαιρετισμό του παλιού δασκάλου!

Το λόγο πήρε ο παλιός δάσκαλος που, μετά από άλλα πολλά, είπε:

Σε καλωσορίζουμε, νέε δάσκαλε και σου ευχόμαστε ό,τι καλό!

Να ξέρεις, νέε δάσκαλε, στο αφήνω σαν παρακαταθήκη, ότι: «η πνευματική νοημοσύνη τούτου του έθνους που διατηρείται αιώνες και σπρώχνει τους γονείς να συνεχίσουν την ιερή παράδοση που απαιτεί να θυσιάζουν για τα παιδιά τους από το περίσσευμα ή το στέρημα τους για να τα δουν πρώτα φωτισμένα και μετά τακτοποιημένα στη ζωή είναι πρωτόγνωρη στον κόσμο».

Έζησα σαράντα χρόνια σε τούτο το σχολείο, του έδωσα τα νιάτα μου και μου έδωσε πείρα και σοφία. Πράγματα πολύ χρήσιμα τώρα σε μένα , αφού μόνο αυτά ομορφαίνουν τα γηρατειά.

Δίκαιο ισοζύγιο νομίζω;

Σας ευχαριστώ όλους!

Ο Νέος δάσκαλος πήρε το λόγο και μεταξύ άλλων, είπε:

Αυτή είναι η πορεία των αιώνων. Δεν υπάρχει παράδρομος ή πισωγύρισμα.

Αυτός είναι, ίσως, ο ωραιότερος συμβολισμός της ισορροπίας

Τη φυσική φθορά των νιάτων, την αναπληρώνει η γνώση.

Η φθορά του σώματος είναι μια φυσική συνέπεια που αναπόφευκτα, θα νικήσει ο χρόνος. Η δημιουργική προσπάθεια είναι ένα χρέος που θα νικήσει το χρόνο.

Το παρήγορο ισοζύγιο.

Η αίσθηση της δημιουργίας.

Αυτή είναι η εκπλήρωση της πιο μεγάλης ανάγκης μας, στο πέρασμα από την ζωή, παλιέ μας δάσκαλε.

Ανάγκη κάθε πλάσματος!

Ανάγκη κάθε ανθρώπου!

Να δημιουργήσει, να αφήσει ένα αποτύπωμα από το πέρασμά του!

Και να πάρει έναν έπαινο!

Τον τελευταίο! Τον ωραιότερο!!

Τον πήρες σήμερα, δάσκαλε, από όλους μας!

Δάκρυσε ο παλιός ο δάσκαλος και ο νέος επίσης!

Πέρασαν χρόνια, τον συνάντησα καθηγητή στο πανεπιστήμιο!

Φίλε, του είπα, υπάρχουν νεράιδες στη Μάνη;

Στην Μάνη, μου είπε, θα δεις- αν βλέπεις- ή νεράιδες ή όνειρα και τα δύο σου παίρνουν τα μυαλά!

Τον φίλησα και εγώ σταυρωτά!

Όχι γιατί παίνεψε τη Μάνη, αλλά γιατί είπε κάτι αληθινό!

Έβγαλε από την βιβλιοθήκη του και μου χάρισε ένα βιβλίο του  με αφιέρωση που έγραφε:«Να το διαβάσεις με αγάπη για να ομορφύνει»

Και η αγάπη έπαινος είναι τον ρώτησα

Ο αληθινότερος, φίλε!

Αυτός είναι ο φίλος μου, που σας έφερα να ακούσουμε σήμερα το βράδυ και θα μιλήσει για παρόμοια θέματα.

Αυτού είναι τούτο το βιβλίο, που σου έφερα να διαβάσεις , Μαργαρίτα. Είπε ο γεωπόνος στην οδοντίατρο.

Μαργαρίτα, ξαναείπε πάλι ο γεωπόνος, που την είδε βυθισμένη σε σκέψεις, δεν είναι εδώ ο νους σου!

Ευχαριστώ, είπε η οδοντίατρος και το πήρε, κοκκινίζοντας.

Ήταν λίγο αναστατωμένη, λες και είχαν διαβάσει όλοι τις σκέψεις της.

Ήταν στα σαράντα της, όμορφη, από εκείνες τις ομορφιές του δεκάθλου, πουθενά πρώτη, πουθενά τελευταία, επαρκής παντού, ατείχιστη και ελεύθερη, χωρίς επίμονους πολιορκητές- τους κρατούσε με τα μάτια μακριά-. Ναι έτσι ήταν, αλλά τώρα, με τα κλειδιά στα χέρια είναι έτοιμη να υψώσει λευκή σημαία, για να αλλάξει ένα παλιό της όχι σε ναι ή να πει ένα καινούριο. Ποιος ξέρει;

Εμπιστευόταν μόνο τα μάτια της, μόνο με αυτά έβλεπε τους ανθρώπους, μόνο με αυτά τους έκρινε, ποτέ δεν έκατσε να τους ακούσει, τι έχουν να πουν. Σήμερα γνώρισε κάποιον μόνο με τα αυτιά της, μόνο λόγια άκουσε και τον γνώρισε. Πόσους, άραγε, άλλους θα τους γνωριζε με τον ίδιο τρόπο, αν τους επέτρεπε να μιλήσουν;

Αυτά σκεφτόταν η Μαργαρίτα και βαρυθύμησε.

Είναι άγνωστο μυστήριο πως γοητεύονται οι άνθρωποι και ιερές οι πρωτότυπες διαφορές τους.

Εδώ τελείωσε  το ταξίδι μας, είπε ο γεωπόνος. Ας κατεβούμε.

 

Λίγα Λόγια

Καθημερινή ενημέρωση σε όλα τα θέματα που αφορούν την εκπαίδευση.

Με νέο υλικό και πρωτότυπες προτάσεις, στόχος μας είναι να ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο και να βοηθάει καθένα που θέλει να ασκεί διδακτικό ή καθοδηγητικό έργο.

Google Maps

Στοιχεία Επικοινωνίας

Επικοινωνήστε