Τρια δημοτικα τραγουδι -αναλυση

Σεργιάνι με τους ποιητές

Λογοτεχνικές Αναλύσεις

Του

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΣ. ΚΑΡΑΜΠΑΤΣΟΥ

Το Δημοτικό τραγούδι

Τα δημοτικά τραγούδια εκφράζουν τα βιώματα, τις ιδέες και τα συναισθήματα του λαού. Για να κατανοηθούν, δεν επαρκεί η φιλολογική και λογοτεχνική πολυμάθεια, αλλά απαιτείται ενορατική διαίσθηση και ταυτοποίηση του αναγνώστη με τα συναισθήματα ή τις ιδέες που εκφράζουν.

Τα δημοτικά τραγούδια –ποιήματα– βιώνονται, και έτσι κατανοούνται.

Όποια ανάλυση και αν επιχειρηθεί, δεν θα αποδώσει τα συναισθήματα του ανώνυμου δημιουργού, όταν γράφει το «Ο Τσισμιτζής» ή το «παράπονο της Γκιόνας» ή το «τα ρόδα της κόρης»  (βλέπε παρακάτω).

Τα πιο τυπικά είδη δημοτικών τραγουδιών είναι:

α). Της ζωής, που περιγράφουν διάφορες σημαντικές πλευρές της, όπως: την ομορφιά, τον έρωτα, την δουλειά ,την ξενιτειά  κ.ά.

β). Τα κλέφτικα, που υμνούν τα ηρωικά κατορθώματα και την ελεύθερη ζωή των κλεφτών.

Κλέφτικα είναι τα τραγούδια με τα οποία επαινούν οι καταπιεσμένοι ραγιάδες τους απείθαρχους στην εξουσία των Τούρκων και Ελλήνων προυχόντων.

Η ύβρη κλέφτης εδώ μεταποιήθηκε από τη λαϊκή σοφία σε έννοια που επιπίπτει στον υβριζόμενο ως τίτλος τιμής

γ) Οι παραλογές, που αφηγούνται μια ιστορία με σπουδαίο περιεχόμενο και διδάσκουν ή καυτηριάζουν ήθη και συμπεριφορές.

Παραλογή είναι κάθε αφηγηματικό τραγούδι με φανταστικό περιεχόμενο, μάλλον κατάλοιπο μιας πολύ παλιάς μεγαλύτερης αφήγησης. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές των παραλογών σε διάφορες περιοχές του ελληνισμού.

Παραθέτουμε στη συνέχεια αντιπροσωπευτικά τραγούδια, σαν παραδείγματα των όσων είπαμε παραπάνω.

 Α. Της αγάπης   O τσισμιτζής

(τραγούδι χορευτικό – τσάμικο)

Επάνω πάει, μωρέ Τσισμιτζή

επάνω πάει το νερό και κάτω πάει το αυλάκι

Και πέρα πάει η Παρασκευή με το άσπρο βελεσάκι

Παπάς την είδε κι έσφαλε, διάκος και δαιμονίστει

Την είδε καιένας γούμενος και πέταξε τα ράσα.

                      (Aπό την ανέκδοτη συλλογή του K. Kουρεμπανά,

                      «Tα τραγούδια». Kυνηγού 2008)

(τσισμιτζής: ο διανομέας ποτιστικού νερού, βελέσι: μεσοφούστανο ή μεσοφόρι,

επάνω πάει:  με τη σημασία του επάνω τοποθετείται)Â

Ανάλυση

Η τεχνική του ποιήματος: Στίχος δεκαπεντασύλλαβος, ιαμβικός, ανομοιοκατάληκτος, (πλην δύο στίχων), παροξύτονος, με τομή στην όγδοη συλλαβή. Ο πρώτος στίχος ελλειπτικός.

 

Νοηματική ανάλυση

Τα δημοτικά μας τραγούδια είναι παραμυθία, αλλά και σύντροφος για σεργιάνια και ρεβάνια.

Μην ψάχνεις «σερφάροντας» στο διαδίκτυο να βρεις το τι σημαίνει ρεβάνι. Το ρεβάνι δεν είναι μια απλή έννοια, είναι η αίσθηση της γοητείας τουπλαγιοτροχιασμού, σανταξιδεύεις χωρίς ρόδες. Αλλά πάλι, αν αφήσεις άψαχτη τη λέξη δεν θα δώσεις ποτέ τη γοργάδα στα πόδια του άλογου που κρύβει ο νου σου.

 

Δεν μας λέει ο άγνωστος ποιητής τι του προξένησε, του ίδιου, το πέρασμα της Παρασκευής που απρόκλητα και σεμνά πάει …πέρα. Πιθανόν να πιστεύει ότι θα νομίζουμε ότι υπερβάλλει.

Τα δικά του θαυμαστικά είναι για τα ανθρώπινα μέτρα και ο ανώνυμος ποιητήςθέλει να περιγράψει το μάργωμα των νερών στο πέρασμα της Κύπριας αύρας !!!!!!!.

Αλλά πώς;

Καταφεύγει σε τέχνασμα σοφό, αποστασιοποιούμενος από τον υποκειμενισμό του. Αφήνοντας στην άκρη το «εκθετικό» πρώτο πρόσωπο, δανείζεται το τρίτο, το αντικειμενικότερο, όχι για να μην εκτεθεί με τις περιγραφές του, αλλά για να μην εκθέσει το ιστορούμενο. Λαϊκό τέχνασμα στοιχισμένο με τη σοφία της λογικής (ας θυμηθούμε την αποστασιοποίηση από την αυθεντία του εγώ του Πλάτωνα που αντ’ αυτού στα έργα του μιλά ο Σωκράτης).

Ο ανώνυμος ποιητής μας λέει μόνο ότι όλα έγιναν απρόκλητα, όλα κινήθηκαν με ευταξία, όπως ακριβώς και οι νόμοι της φύσης θέλουν να είναι κάτω το αυλάκι και επάνω το νερό, έτσι ήσυχα με τάξη και κοσμικότητα και η Παρασκευή πάει πέρα, προφανώς χωρίς προκλήσεις.

Δέκα εννέα μόνο λέξεις έχει τούτο το τραγούδι -ποίημα και είναισανΛακωνική μονογραφία, που περιγράφει τη στιγμιαία διαστολή του άψογα ωραίου.

Το άσπρο βελεσάκι μας δείχνει μόνο ο ποιητής, δεν του χρειάζεται όλη η Παρασκευή. Αυτό μοναχό φτάνει να φέρει στοίχιση στους προσκυνητές.

Να φέρει την αρμονία της αταξίας. Την ιερή απειθαρχία

Διαλέγει τρεις μάρτυρες, τρείς ορκισμένους φύλακες της εγκράτειας: έναν παπά, ένα διάκο και έναν ηγούμενο και τρεις λέξεις, που μοιάζουν με κρίματα, «έσφαλε», «δαιμονίστει», «επέταξε».

Δεν λέει τίποτε άλλο! Δεν λέει τι είδαν, τι αισθάνθηκαν σαν είδαν την αειφόρο εύδια να ξεθαμπώνει τον παράδεισο από τους καπνούς των θυμιατών.

Δείχνει και τουςτρεις με παραφρενία από τοθρόισματης Παρασκευής να τους πέφτουν τα ιερά από τα χέρια.

Η Νευτώνεια θεωρεία της φυσικής αρμονίας και τάξης κλονίζεται μπρος στην απροσδιοριστία του χαώδους ποιητικού αιτίου.

Αυτή είναι η δύναμη του λαϊκού μας πολιτισμού, θαμμένου κάτω από τη σοφία του απόλυτα ελάχιστου. Μια ριπή από το πέρασμα της Παρασκευής και μούδιασαν τα επουράνια.

Δεν κατακρίνεται κανείς. Τι κι αν είναι παπάς, ηγούμενος ή διάκος .

Πού να βρεις ηθικές εξισώσεις όταν το μεσοφούστανο στα πόδια της διωματούσας Παρασκευής μετουσιώνεταισε πέπλο της Αθηνάς που κρατά την πομπή με κομμένη ανάσα.

Αυτά είναι τα τέλειαερωτικά σύνολα με μονώνυμες παραστάσεις.

Ό,τι πει κανείς, από δω και πέρα,θα είναι σαν να προσπαθεί να ονειρευτεί κοιτάζοντας ζωγραφισμένο φεγγάρι.

Εσύ τι λες, αγαπητέ αναγνώστη, χωράει άλλη λέξη σε τούτο το μάργαρο τραγούδι;

Κλείνοντας με τα δημοτικά τραγούδια πρέπει να πούμε ότι μοιάζουν με τους ίσκιους του σπηλαίου του Πλάτωνα. Είναι αναπόδειχτες εικασίες που σε παγιδεύουν με τη γοητεία των ψεύτικων βεβαιοτήτων τους.

Αν θέλουμε να επαινέσουμε ακόμη τη λαϊκή σοφία να πούμε και τούτο: Στο τραγούδι αυτό, που υμνείται το «κάλλος» (ή πια άλλη λέξη ισοδύναμη να βάλουμε αντί για «κάλλος»), αν και φαίνεται ότι κυριεύει η γοητεία την εγκράτεια, στα πρόσωπα του παπά, του διάκου και του ηγούμενου, ο σοφός λαός- πρόσεξε ,αγαπητέ αναγνώστη,- δεν κάνει λόγο για δεσπότη, αφήνοντας έξυπνα μια υπόνοια σε εμάς όλους ότι, ενδεχομένως, δεν είναι παντοδύναμη η Παρασκευή.

Ενδεχομένως, ίσως, να μη μπορούσε η λυγεράδα της Παρασκευής να περιδινήσει και την  εγκράτεια ενός δεσπότη, σαν την θωρούσε

Αυτή η ασαφής αοριστία δίνει  μια ελπίδα και ένα σοφό μάθημα ότι όλα εξαρτώνται από το ηθικό  ανάστημα  κάθε ανθρώπου.

Άλλωστε το τραγούδι δεν απειλεί  κινδυνολογώντας, υμνεί με επισημαίνοντας.

 

 

 

B. Κλέφτικο    Του Ανδρούτσου

               Από τη συλλογή της Ακαδημίας Αθηνών Ν. Λάσκαρη.

Κλαίνε τα δόλια τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν.

Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια.

Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας και την ξαναρωτάει:
—«Βουνί, πού ’σαι ψηλότερο, πολύ μακριά και γλέπεις,

Ανδρούτσος τί να γίνηκε, η λεβεντιά πού να ναι ;»
— «Τι να σου ειπώ, βουνάκι μου, τι να σου ειπώ, βουνό μου,

την κλεφτουριά την χαίρονται οι βουλιασμένοι κάμποια

στους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρίχνουν το λιθάρι,

Και ή Γκιόνα σαν το άκουσε, πολύ της βαρυφάνει·

τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, τηράει κατά τη Σκάλα,

γυρίζει, βλέπει χαμηλά, γυρίζει, λέει του κάμπου:
—«Βρε κάμπε αρρωστιάρικε βρε κάμπε μαραζιάρη,

με τη δική μου λεβεντιά να στολιστείς γυρεύεις:
Για βγάλε τα στολίδια μου, δος μου τη λεβεντιά μου,

μη λειώσω όλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω».

Ανάλυση

Η τεχνική του ποιήματος: Στίχος δεκαπεντασύλλαβος, ιαμβικός, ανομοιοκατά-ληκτος, παροξύτονος με τομή στην όγδοη συλλαβή.

Νοηματική ανάλυση

Ο ρομαντισμός του δημοτικού αυτού τραγουδιού, η προσωποποίηση της φύσης και ο πυρήνας του νοήματός του το κάνουν να είναι ένα από τα τυπικότερα δείγμα-τα των κλέφτικων τραγουδιών.

Η πρόθεση του ποιήματος –τραγουδιού- είναι να δείξει πόσο αξιαγάπητοι και τιμημένοι ήταν οι κλέφτες και η κλέφτικη ζωή. Και πόσο το τέλος, ο αποχωρισμός, το σταμάτημα μιας ωραίας συνέχειας, το τέλος του ταξιδιού κεντρίζουν τους υπαρ-ξιακούς προβληματισμούς και θέτουν τα μεγάλα διλήμματα «σε στιγμές που πρέπει το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι να πούνε……»

Εδώ πρόκειται για ένα συμβολισμό με οχήματα τα αξιαγάπητα βουνά και τους ανήσυχους κλέφτες.

Ο αποχωρισμός πάντα πονάει περισσότερο αυτόν που μένει παρά αυτόν που φεύγει. Ο ένας νοιώθει τη δύναμη του αέρα στα πανιά του και ο άλλος το βάρος της άγκυρας. Η διαφορά είναι μεγάλη.

Οι διλημματικές αυτές στιγμές του χωρισμού είναι από τις σημαντικότερες, τις συχνότερες και τις πιο δισεπίλυτες στις ανθρώπινες σχέσεις.

Αυτούς που φεύγουν από κοντά μας είναι πιο βολικό να πιστεύουμε ότι τους πα-ρασύρουν τους πλανεύουν οι άλλοι και δεν φεύγουν γιατί δεν έχουμε τα σύνεργα που συντηρούν ή κτίζουν τα όνειρά.

Το δίλλημα της Γκιόνας είναι τραγικό. Είναι γοητευμένη με τους κλέφτες, αι-σθάνεται έναν θείο έρωτα γι αυτούς και αυτοί της γυρίζουν την πλάτη. Την προδίδουν ή το κάνουν από ανάγκη; Πώς θα βιώσει τούτο τον χωρισμό, σαν μάνα ή σαν ερωμένη;

Την αληθινή απάντηση αναλαμβάνουν να την δώσουν τα βουνά, μέσα από μια σύντομη διήγηση και ένα σύντομο διάλογο.

Κλαίνε απαρηγόρητα τα βουνά, γιατί η απώλεια είναι, φαίνεται να είναι, παντοτινή.

Δεν κλαίνε γιατί έχασαν ό,τι, κυρίως, τα κάνει υπερήφανα: το ύψος των βουνοκορφών τους, τον ίσκιο των δασών τους, τα χιόνι τους, αλλά για κάτι πιο ακριβό και πολύτιμο: για το χάσιμο της κλεφτουριάς και μάλιστα του πιο διαλεκτού της κλε-φτουριάς, του Ανδρούτσου.

Η απορία της Γκιόνας γίνεται ερώτηση και παράκληση για μια καθαρή απάντηση.

Η απάντηση που θα έρθει είναι ακριβής, το λέει το ψηλό βουνό που βλέπει μα-κριά, και διακρίνει ποια είναι η αλήθεια. Το λέει η Λιάκουρα του Παρνασσού η πιο ψηλή κορφάδα και το λέει με παρρησία και όχι με διφορούμενους λόγους-χρησμούς που μίλαγαν παλιά στα πόδια τούτου του βουνού. Ο Παρνασσός είχε μούσες που ήρθαν κι έφυγαν και κλέφτες που ήρθαν για να φύγουν και το ξέρει. Έχει η Λιάκουρα την προστατευτική σοφία της γνώσης του «αεί ρει» αφού είδε τον ομφαλό της (γης) να χάνεται μέσα από τα πόδια της και τις πηγές τις να σιωπούν. Γνωρίζει το διατονικό ήχο του τέλους η σοφή Λιάκουρα.

Η απάντηση είναι σκληρή, δίνεται, όμως, με παρηγορητικό τρόπο,γιατί αυτός που ρωτάει δεν είναι το βουνό αλλά το βουνάκι το μικρό, το άπειρο, το εύπιστο και πιστό.

«Τι να σου πω βουνάκι μου…… Τι να σου πω βουνό μου…….»

Βουνάκι πρωτο-ονομάζει ο Παρνασσός την Γκιόνα και αμέσως μετά βουνό για να του δείξει ότι πρέπει να σταθεί στο ύψος του. Τους κλέφτες τους χαίρονται οι κάμποι. Δεν τους κρατούν με την φοβέρα αλλά με τη θέλησή τους.

Διάλεξαν τους κάμπους να γλεντούν, να ρίχνουν το λιθάρι και να χαίρονται.

Άλλαξαν οι καιροί, νέα ζωή, νέα ήθη.

Η Γκιόνα το βλέπει, αλλά δεν θέλει να πιστέψει ότι χάθηκε το προσφιλές πρό-σωπο, ότι την εγκατέλειψε και προτίμησε τον κάμπο. Τι πιο φυσιολογικό όταν οι συνθήκες γίνονται καλύτερες για τους κλέφτες; Τι πιο κατανοητό αν τους δει σαν παιδιά της. Τι δύσκολα κατανοητό αν τους δει σαν αγάπες της (θα ταίριαζε η λέξη εραστές, αν ο εξελισσόμενος εγγραμματισμός μας δεν είχε περιορίσει το εννοιολογικό πλάτος, που είχε αυτή η λέξης κάποτε, σε ένα στενό καμαράκι).

Αυτή είναι η αδήριτη, η αμάχητη πορεία των πραγμάτων. Δεν μπορούμε να δεσμεύσουμε την ευτυχία, τις συνέχειες και τις αλλαγές. Πάντα θα έχουν επισφάλειες. Τότε, συμβουλεύει ο ποιητής, «αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια».

Αλλά οι εραστές -με την αρχέτυπη σημασία της λέξης αυτής -δεν πείθονται ούτε εγκαταλείπουν και αυτό είναι που κάνει τον λόγο του Σοφοκλή «έρως ανίκατε μάχαν» διαχρονικό, παρήγορο και αναμφισβήτητο. Ερωτευμένη είναι η Γκιόνα κι ό,τι κι αν πει, χαλάλι της.

Το ποίημα, είπαμε, έχει συμβολισμό, δεν αφορά μόνο τους κλέφτες και τα βουνά, αφορά όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών. Είναι μια έμμετρη παραβολή.

Δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε με την αλλαγή, όταν η μοίρα την κάνει δυσβάσταχτη. Όταν την άσχημη φορά της αλλαγής την προξενεί αγαπημένο πρόσωπο, τότε ψάχνουμε να βρούμε μια αιτία έξω από αυτό, να το κάνουμε και εκείνο θύμα, όπως εμείς, συμπάσχον με μας.

Την ίδια δικαιολογία συναντάμε και σε άλλα δημοτικά τραγούδια.

Η ξενιτιά φταίει και όχι ο ξενιτεμένος ή η φτώχια του.

Η θάλασσα φταίει και όχι ο ναυτικός ή η ανέχειά του.

Δεν φταίνε οι κάμποι .Οι κλέφτες «φταίνε», τα αγαπημένα πρόσωπα, που βρήκαν αλλού, άλλες αγάπες. 

Αλλά τι! Η «σχέση» τους με το βουνό δεν είχε ρίζες, δεν είχε δύναμη να αντέξει στις προκλήσεις του κάμπου;

Έτσι διαγράφεται ένας (ιστορικός) δεσμός;

Οι κλέφτες ψεύτικα τραγουδούσαν για του βουνού τη λεβεντιά;

Ξέρει η Γκιόνα καλά ποιος φταίει, αλλά δεν έρχονται οι λογικές στιγμές όταν τρέμει η γη κάτω στα πόδια της. Πρέπει κάτι να πει, να σώσει οτιδήποτε, αν σώζεται, να βρει μια παρηγοριά.

Κοιτάζει με αγωνία να δει που βρίσκεται αυτό το αντίζηλο κακό. «Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, τηράει κατά τη Σκάλα, γυρίζει, βλέπει χαμηλά……,».

Ψάχνει γύρω της να βρει που είναι αυτός ο πλανευτής ο κάμπος. Τον φαντάζεται ισάξιό της ή και ανώτερό της για τούτο τον αναζητά δεξιά και αριστερά της ή τον ψάχνει ψηλότερα «κατά τη σκάλα». Τελικά σκύβει, τον βλέπει χαμηλά, επίπεδο και «ταπεινό», μέσα στο μαράζι και την αρρώστια.

Απορεί, βρίζει, προστάζει και απειλεί.

—«Βρε κάμπε αρρωστιάρικε…. Βγάλε…. και δός μου τα… μη θάλασσα σε κάμω».

«Στέλνει λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά του......» (για να θυμηθούμε το Σολωμό).

Απευθύνεται στον κάμπο υποτιμητικά, υπονοώντας ότι δεν του ταιριάζουν τα δικά της στολίδια. Προστάζει να τα βγάλει. και να τις τα στείλει επιδεικνύοντας τη δύναμη που έχει να τον κάνει θάλασσα.

Λεβεντιά μου αποκαλεί τον Ανδρούτσο γιατί γνωρίζει ότι ο Ανδρούτσος τη στόλισε με τραγούδια, λημέρια και καραούλια.

Τώρα είναι η σειρά της να δείξει αν της άξιζαν τα χαρίσματα που της έδωσε, να

 δείξει αν είναι βουνό ή βουνάκι. Τώρα που ήρθε το τέλος, ο χωρισμός .Θα την σπρώξει ο πόνος σε παρακάλια, η ζήλια θα ξεσπάσει σε κατάρες ή θα σταθεί με σεβασμό και αξιοπρέπεια στη μοναξιά που την καίει.

Η Γκιόνα δεν εκδηλώνει εμπάθεια στον Ανδρούτσο, φαίνεται να θέλει να κρατήσει αιώνια τις ωραίες μνήμες και την τιμή που αξιώθηκε να ζήσει μαζί του. Θέλει να δείξει πόσο άξιζε αυτής της τιμής. Δεν παρακαλάει, δεν πέφτει στα πόδια! Με τη σιωπή της η Γκιόνα, σαν όλες τις σοφές σιωπές, φαίνεται να λέει: «το τέλος μας δες», τι ωραία που είμαι!

Δεν μικραίνει το πόνο η σιωπή, μόνο τον κάνει να μη φαίνεται, τόσο ψηλά μας ανεβάζει!!!

Η Γκιόνα στέλνει μια απειλή, σαν απόηχο πικρού παράπονου, χωρίς αποδέκτη. Δεν θα πραγματοποιήσει ποτέ αυτή την απειλή της, γιατί ξέρει ποιος φταίει.

Δεν φταίει ο κάμπος φταίει αυτός που διαλέγει τον κάμπο, φταίει ο αρνητής, αλ-λά εδώ ο αρνητής είναι το αγαπημένο πρόσωπο, είναι οι κλέφτες, ο Ανδρούτσος, ο μύθος, το θείο πρόσωπο, το ερωτικό, το προσφιλές. Είναι η ίδια η ψυχή του βουνού και αυτή δεν τη μαλώνει η Γκιόνα, γιατί θα είναι πάντα κοντά της και μαζί.

Η Γκιόνα μάς γίνεται συμπαθής μέσα στην άδικη οργή της.

Της έδωσε τα τραγούδια του ο Ανδρούτσος, δεν το ξεχνάει, αλλά φτάνει αυτό σε ένα βουνό που αγαπάει………..τους κλέφτες;

 

 Γ. Παραλογή    Τα ρόδα της Κόρης

Από τη συλλογή της Ακαδημίας Αθηνών

Έπ. Σταματιάδου, Σαμιακά Ε’ σ. 498.

Μία κόρη ρόδα μάζωνε και άνθη κορφολόγα,
κι’ ο βασιλιάς ξαγνάντησε από μακριά πουρχόνταν.
—«Ώρα Καλή σου, κωπελλιά, δος μου κι’ εμένα ρόδα».

—Μετά χαράς σου, βασιλια, και να σου δώσω τρία».

Έβγαλε και της έδωσε τα δυο του δαχτυλίδια          5

Κι’ η μάννα της τη θώραγε απ’ του παραθύρι.
—«Μωρή σκύλα, μωρ’ άνομη Κι’ αρμενουβαφτισμένη,
πόχεις τους δώδεκ’ άδερφούς και θα σε μαντατέψω»

Ακόμη λόγου έλεγε κι’ οι δώδεκα εφτάσαν
κι’ οι δώδεκα τη δέρνανε με τα γδυμνά μαχαίρια,       10

Κι’ η μάννα της την έδερνε με μια χρυσή βεργίτσα.
Η κόρ’ ως τα μεσάνυχτα πήρε και ψυχουμάχα.
Η μάννα της μπαινόβγαινε και τα μαλλιά της τράβα.
—«Σα θα πεθάνεις, κόρη μου, τι ρούχα να σου βάνου
Θέλεις απού τα χρούσαφα ή απ’ τα βιλουδένια ;»       15
— «Δε θέλ’ απού τα χρούσαφα, μηδ’ απ’ τα βιλουδένια,

μόν’ θέλου να με θάψιτε μέσα στα ματουμένα,
για να τ’ ακούσ’ ο βασιλιάς, για να του μάθ’ η χώρα,

πώς έχασα τη νιότη μου για δυό ζευγάρια ρόδα».

               

Ανάλυση

Η τεχνική του ποιήματος: Στίχος δεκαπεντασύλλαβος, ιαμβικός, ανομοιοκατά-ληκτος, παροξύτονος με τομή στην όγδοη συλλαβή.

Νοηματική ανάλυση

Εισαγωγικά: Καμιά ανάλυση δεν βοηθάει στην κατανόηση, αν ο αναγνώστης δεν αποκτήσει ενσυναίσθηση! Δηλαδή την δυνατότητα να δει τα πράγματα από τη θέση του άλλου. Ο άλλος εδώ είναι ο ανώνυμος ποιητής, που αισθάνεται ότι το συμβάν που περιγράφει είναι συγκλονιστικό και μέγα και έχει προθετικότητα με λέξεις και λεκτικά σύνολα, με υπερβολές, αφαιρέσεις και παρομοιώσεις να μας κοινωνήσει τη συγκίνησή του.

Ο Αριστοτέλης δίνοντας τον ορισμό της τραγωδίας, λέει:



«Έστιν ουν τραγωδία,

μίμησις πράξεως

σπουδαίας και τελείας,

μέγεθος εχούσης,

ηδυσμένω λόγω,

χωρίς εκάστου

των ειδών εν τοις μορίοις,

δρώντων

και ου δι’ απαγγελίας,

δι’ ελέου και φόβου

περαίνουσαν

την των τοιούτων παθημάτων

κάθαρσιν».

Είναι, λοιπόν, η τραγωδία

μίμηση πράξης

σπουδαίας και τέλειας,

που έχει μέγεθος ορισμένο

με μελωδική απαγγελία

χωριστό για κάθε ένα

από τα μέρη του έργου

οι ηθοποιοί παίζουν ρόλους

και δεν απαγγέλλουν απλώς

(οι θεατές) από συμπάθεια και φόβο

ολοκληρώνουν

την, με τούτα τα παθήματα (που βλέπουν).

αγνότητά τους

Οι παραλογές είναι σαν λυρικές τραγωδίες, κατά οικονομία σύντομες, με πρόλογο, με πάροδο, με επεισόδιο, με ωδή, με έξοδο, που και αυτές έχουν στόχο να προκαλέσουν τη συμπάθεια ή το φόβο του ακροατή για παρόμοια ψυχικά συναισθήματα.

Η παραλογή αυτή, που είναι μια από τις πολλές παραλλαγές της, που τις συναντάμε στα τραγούδια του λαού μας, έχει σαν θέμα «ιστόρημα πράξεως σπουδαίας και τελείας», όπως άλλωστε και όλες οι παραλογές, αφού διηγούνται με έμμετρο τρόπο κάποιο «επικίνδυνο», συνήθως, για τον ηθικό κοινωνικό κώδικα, γεγονός.

Το θέμα του ποιήματος

Το θέμα του τραγουδιού είναι η καταδίκη της συμπεριφοράς μιας νέας κοπέλας που ήταν έξω από τα επιτρεπτά όρια ηθικής της εποχής εκείνης.

Ας την παρακολουθήσουμε

«Μια κόρη ρόδα μάζωνε» είναι η εισαγωγή του μύθου.

Μια ρομαντική στιγμή, μια στιγμή έξω από την τριβή των καθημερινών βιοποριστικών εργασιών, μια στιμή ξεγνοιασιάς και αναπόλησης, μια στιγμή που είναι χαλαρή η συνείδηση και κινδυνεύει να ενδώσει (να αφεθεί να…ενδώσει) σε πειρασμούς.

Αρχίζει με την ενασχόληση της κόρης με λουλούδια σε ανοιξιάτικο τοπίο, εκεί που το ερωτικό στοιχείο κυριαρχεί.

Ενδεχομένως να υπονοεί ότι «περί άλλων τυρβάζει» μαζεύοντας ρόδα. Σε τέτοιες στιγμές οι ηθικές αντιστάσεις πέφτουν και οι πειρασμοί που καραδοκούν, αυτή τη χαλαρή στιγμή διαλέγουν κι έρχονται.

Ο πειρασμός έρχεται με την ιδανικότερη μορφή του, με τη μορφή που ονειρεύεται μια κοπέλα, όχι απλά σαν αρχοντόπουλο -όνειρο κάθε κοριτσιού- ούτε σαν το βασιλόπουλο που είναι το ιδανικό όνειρο. Εδώ έρχεται ο πειρασμός ακόμη πιο ωραιοποιημένος, και είναι ο ίδιος ο «βασιλιάς» –νέος προφανώς και ωραίος–, η τέλεια πρόκληση.

Το δημοτικό τραγούδι δεν δέχεται συμβιβασμούς. Θέλει να ωθεί τον άνθρωπο στα όριά του, στις άκρες του, να διαλέγει ή το άσπρο ή το μαύρο, ή να λυτρώνεται ή να πέφτει, δεν υπάρχουν αποχρώσεις γκριζόασπρου.

Οι αξίες είναι ανεκτίμητες, αδιαπραγμάτευτες.

Την παρακαλεί ο βασιλιάς -ρίχνει τα δίχτυα- να του δώσει η κόρη ένα ρόδο. Ένα της ζητά και αυτή του δίνει τρία .Ο βασιλιάς ανταμείβει την ανταπόκρισή της, της δίνει αντίδωρο το δακτυλίδι του.

Το παραστράτημα έχει συντελεστεί.

Ό,τι έγινε είναι εκτός του έθους. Η κόρη συμπεριφέρθηκε επιπόλαια.

Τα δημοτικά τραγούδια και όλα τα σοβαρά ερωτικά έργα, (βλέπε σαν παράδειγμα το «Φαίδρο» του Πλάτωνα, τον «Πραγματευτή» του Γρυπάρη και παράβαλε ως αντιπαράδειγμα κακό και τον Εμπειρίκο) όταν περιγράφουν πράξεις ερωτικές το κάνουν με συμβολισμό, με αφαίρεση, που έχει ευγένεια και ήθος.

Μην εκτιμάς, αγαπητέ αναγνώστη, το μέγεθος του παραστρατήματος με τα ηθικά σου μέτρα. Τα μέτρα της δικής μας ηθικής είναι μη έγκυρα και αναξιόπιστα και κινδυνεύουμε, προπάντων, να γίνουμε προπέτες και να περιπέσουμε σε ύβρη, αν γίνουμε εμείς τιμητές της πράξης αυτής, της ανταλλαγής των ρόδων και των δακτυλιδιών.

Θα αδικήσουμε κρίνοντας με επιείκεια ή αυστηρότητα.

Έχουμε άλλον εγκυρότερο και απόλυτα ηθικό και δίκαιο κριτή, τη μάνα! που από το ένα μέρος της ζυγαριάς βάζει την αγάπη της μάνας, σαν κάθε μάνας, την επιείκεια της μάνας, την διάθεση για συγχώρεση που έχει η μάνα, τη δύναμη να σηκώσει κάθε πόνο για το παιδί της και από το άλλο μέρος βάζει το, δυσβάστακτα, βαρύ φορτίο της κοινωνικής ντροπής, που προκάλεσε με την αφελή χαλάρωση, η άσεμνη συμπεριφορά της κόρης. Η σοφή, η ηθική, η γεμάτη πείρα μάνα γνωρίζει πόσο βαριά είναι η σκιά της κοινωνίας.

Η συμπεριφορά αυτή θα στιγματίσει την κόρη και θα γίνει ο βίος της αβίωτος (βλέπε και ανάλυση «Μεσολογγίτικο» του Μαλακάση). Όχι μόνο η κόρη στιγματίζεται, αλλά και όλοι όσοι, από το συγγενικό περιβάλλον, ανέχονται, χωρίς να καταδικάζουν αυτή τη συμπεριφορά της.

Αν θεωρήσουμε τη μάνα ευγενικό άνθρωπο και τα λόγια που ξεστομίζει (σκύλα, άνομη, αρμενοβαπτισμένη δηλαδή αντίχριστη, ότι είναι λόγια υβριστικά, που αρμό-ζουν μόνο αν έχει βαριές κατηγόριες για την κόρη της, πρέπει να συμπεράνουμε ότι και οι ενέργειες της κόρης της, ως έθος, είναι έξω από τα διδαγμένα τα οποία γνώριζε η κόρη και όφειλε να τηρεί.

Η πράξη είναι επιλήψιμη και η ετυμηγορία παραδειγματική. Άλλωστε το ποίημα, είπαμε, είναι διδακτικό «μίμησις πράξεως».

Η μάνα αδυνατεί να συγχωρήσει. Μαντάτεψε (μαρτύρησε, πληροφόρησε, μετέφερε, το μαντάτο), το επεισόδιο της άνομης στα αδέλφια της. Τα αδέρφια ακόμα περισσότερο δεν μπορούν να συγχωρήσουν. Η οικογενειακή τιμή είναι η κοινή συνισταμένη όλων.

Το Αρμενοβαφτισμένη δεν υποδηλώνει ρατσισμό. Το τραγούδι δεν έχει ρατσιστικές προλήψεις, τις ηθικές συμπεριφορές υπαινίσσεται. Θα μπορούσε να ήταν η αναφορά σε οποιονδήποτε άλλο -αντίθετου βαπτίσματος- οπαδό.

Η απόφαση του «δικαστηρίου» είναι κεραυνός. Η ποινή; Θάνατος!

Ωστόσο η ποινή δεν είναι η εσχάτη, είναι η παρά-εσχάτη!

Είναι μόνο φυσικός θάνατος, γιατί ο άλλος ο αβάστακτος, ο εξακολουθητικός, ο ηθικός θάνατος, η έσχατη ποινή, τελεύτηκε με κείνα τα λουλουδίσματα και τα δακτυλιδίσματα τότε, εκεί στους αγρούς με τον καβαλάρη  βασιλεύ.

Δήμιοι τα αδέρφια. Δήμιος, όμως και η μάνα. Με χρυσή βέργα, αλλά βέργα. Μην στοχαστούμε ότι δεν πονούν όλοι, αλλά ο πόνος της τιμής είναι πιο βαρύς, όσο δεν γίνεται η κάθαρση με την καταδίκη και την τιμωρία που θα φέρουν την κάθαρση.

Εδώ διακυβεύεται η τιμή, η υπόληψη, δεν είναι παίξε - γέλασε, αγαπητέ αναγνώστη, αυτό όταν το λέει η μάνα, γιατί μιλάει το «σεβάσμιο ήθος», η απόλυτη αμεροληψία. Η μάνα, που έχει και συμβουλευτικό ρόλο στην οικογένεια, θεωρεί ότι δεν υπάρχει διέξοδος, δεν υπάρχει εναλλακτική διαχείριση της κρίσης. Έπρεπε η κόρη να σεβαστεί τον εαυτό της, ή να ντραπεί την κοινωνία, ή τέλος, να φοβηθεί τις επιπτώσεις. Παραβίασε και τα τρία επίπεδα ηθικής – την αυτόνομη, τη συμβατική και την ετερώνυμη -, (για να μην ξεχνάμε και …. την αλληλουχία λογοτεχνίας και παιδαγωγικής).

Ωστόσο, πριν ολοκληρωθεί το δράμα πρέπει οι ηθικές παρακαταθήκες να τηρηθούν μέχρι κεραίας.

Ο ηθικός κώδικας τιμής μιλάει για φροντίδα -κηδεία- του νεκρού. Η ακηδία είναι εξίσου ατιμωτική πράξη για κάθε νεκρό.

Τούτος ο κώδικας τιμής είναι το ηθικό αντίβαρο της Αντιγόνης που φωνάζει απείθαρχη στον Κρέοντα «Ου τοι συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν» (όχι για την έχθρα, αλλά για την αγάπη γεννήθηκα.)

Τούτη η πράξη- η με πολύ φροντίδα κηδεία της- είναι η ηθική αμοιβή της νεκρής αμαρτωλής, που τώρα πλήρωσε με τον θάνατό της  το τίμημα της πράξης.

Της πρέπει φροντισμένη κηδεία και ρωτιέται η κόρη από την ίδια τη μάνα της .

Όμως για να είμαστε διαχρονικά δίκαιοι, πρέπει να πούμε και τούτο:

Οι ηθικές επιταγές της κοινωνίας είναι προστάγματα και τα κατακτούν οι νέοι σιγά σιγά, και αργά- αργά και έχουν δυσκολία να κατανοηθούν και να γίνουν κτήμα τους.

Η νέα κοπέλα δεν τα αφομοίωσε πλήρως τα προστάγματα και ούτε συμμερίζεται το βάρος μιας τέτοιας τιμωρίας.

Φταίνε τα νιάτα της; Φταίει η άνοιξη; Φταίει ο έρωτας; Φταίει, μήπως, ο πειρασμός (καμιά επίπτωση για το βασιλιά), αδιαφορούν όλοι για το μέγεθος της πρόκλησης. Δεν χωρά καμία δικαιολογία του τύπου «ο όφις με εξαπάτησε»

Η κόρη δεν κατανοεί το μέγεθος του ηθικού ολισθήματος και το φωνάζει στον κόσμο και στον βασιλιά: «χάνω τα νιάτα μου για δυο ζευγάρια ρόδα», λέει.

Μην ξαστοχήσουμε λιγοψυχώντας και πάρουμε το μέρος της κόρης.

Μην αδικήσουμε σήμερα κανέναν με την επιείκειά μας.

Η κόρη ζει στο τότε και η μάνα και τα αδέρφια τότε δίκασαν!

Δεν φεύγει η κόρη για τα ρόδα που έδωσε και τα δακτυλίδια που πήρε. Φεύγει για να μην δει πως θα μαραίνονται τα ρόδα στα χέρια της τις άνοιξες που θα έρχονταν, όταν κανένα χέρι, κανένα άλλο πια χέρι,  δεν θα απλωνόταν ποτέ ξανά να πάρει λουλούδια από χέρι  δακτυλιδισμένο.

Τώρα φεύγει νεκρή!

Θα ζούσε πεθαμένη! Αυτό δεν το είχε καταλάβει.

Στο καλό καλή μας.

 Όμως μη ξεχνάμε  ότι  δεν την  δίκασαν κριτές αλλά ο χρόνος. 

Δυστυχώς τα λουλούδια τα έδωσε χθες. Αν τα έδινε  σήμερα ούτε καν πταίσμα δεν θα ήταν αυτό. Αλλά και προχθές αν τα έδινε, πάλι κάποια καλή δικαιολογία θα έβρισκαν οι παλιοί σοφοί μας και θα την γλίτωναν την κόρη όπως γλίτωσαν και την Λητώ.

Αλά του σήμερα και του προχθές, αγαπητέ αναγνώστη,  μεσολάβησε το χθες το …..θεοσκοτεινό!!!!!!!!!

Λίγα Λόγια

Καθημερινή ενημέρωση σε όλα τα θέματα που αφορούν την εκπαίδευση.

Με νέο υλικό και πρωτότυπες προτάσεις, στόχος μας είναι να ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο και να βοηθάει καθένα που θέλει να ασκεί διδακτικό ή καθοδηγητικό έργο.

Google Maps

Στοιχεία Επικοινωνίας

Επικοινωνήστε